Η ενσυναίσθηση είναι μια θεμελιώδης ψυχική λειτουργία, ένα από τα πιο ουσιαστικά δώρα που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας, καθώς επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο γύρω τους. Όταν ένα παιδί μαθαίνει να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων, μπορεί να συνδέεται πιο εύκολα, να δημιουργεί και να διατηρεί φιλίες και να νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα στις σχέσεις του.
Η ενσυναίσθηση ορίζεται ως η ικανότητα να κατανοούμε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του άλλου και ταυτόχρονα να ανταποκρινόμαστε συναισθηματικά σε αυτά, χωρίς να χάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στον εαυτό μας και τον άλλον (Cuff, Brown, Taylor & Howat, 2016). Αποτελεί βασικό στοιχείο της συναισθηματικής νοημοσύνης και διαφέρει από τη συμπάθεια, τη μίμηση ή την ταύτιση, καθώς προϋποθέτει επίγνωση, αξιολόγηση και συναισθηματικά όρια.
Μέσα από την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, τα παιδιά μαθαίνουν να αναγνωρίζουν πώς οι πράξεις και τα λόγια τους επηρεάζουν τους άλλους. Έτσι μειώνεται ο κίνδυνος να λειτουργούν ως θύτες ή να θυματοποιούνται, ενώ ενισχύεται η ικανότητά τους να επιλύουν συγκρούσεις ειρηνικά, να συνεργάζονται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά. Αυτές είναι και οι πιο συχνές αγωνίες- αιτήματα των γονέων όταν αναζητούν συμβουλευτική υποστήριξη ρωτώντας τι μπορούν να κάνουν ώστε να βοηθήσουν τα έφηβα κυρίως παιδιά τους. Η ενσυναίσθηση έχει έμφυτη βάση, όμως η ανάπτυξή της εξαρτάται σε πολύ σημαντικό βαθμό από το περιβάλλον και αναπτύσσεται σταδιακά. Έτσι στο πρώτο έτος ζωής, το βρέφος βιώνει την «παγκόσμια ενσυναίσθηση», αντιδρώντας στα συναισθήματα των άλλων χωρίς να τα διαχωρίζει από τα δικά του, όπως για παράδειγμα όταν κλαίει επειδή βλέπει ένα άλλο μωρό να κλαίει. Στο δεύτερο έτος αναπτύσσεται η «εγωκεντρική ενσυναίσθηση». Το παιδί κατανοεί ότι ο άλλος είναι ξεχωριστός, αλλά βλέπει τη δυσφορία του μέσα από τη δική του οπτική, προσπαθώντας να παρηγορήσει όπως θα ήθελε ο ίδιος. Έτσι, μπορεί να προσπαθήσει να παρηγορήσει κάποιον προσφέροντάς του το δικό του αγαπημένο παιχνίδι ή ζητώντας τη δική του μητέρα, γιατί αυτό είναι που το ίδιο θα είχε ανάγκη. Η πρόθεση για φροντίδα υπάρχει, αλλά η κατανόηση παραμένει εγωκεντρική. Από τα τρία έως τα πέντε έτη, εμφανίζεται η «ενσυναίσθηση για τα συναισθήματα του άλλου». Σε αυτό το στάδιο το παιδί αναγνωρίζει λύπη, φόβο ή θυμό και ανταποκρίνεται με κατάλληλο τρόπο, χάρη στην ανάπτυξη της γλώσσας και της ικανότητας να μπαίνει στη θέση του άλλου. Αργότερα, στην παιδική ηλικία και εφηβεία, η ενσυναίσθηση επεκτείνεται στη γενικότερη κατάσταση ζωής του άλλου, κατανοώντας όχι μόνο τα άμεσα συναισθήματα αλλά και τις συνθήκες που τα προκαλούν, όπως οικογενειακές δυσκολίες ή κοινωνικές ανισότητες, οδηγώντας σε βαθύτερη ηθική ευαισθησία και κοινωνική υπευθυνότητα.

Τι μπορούμε να κάνουμε
1. Η ενσυναίσθηση δεν καλλιεργείται μόνο μέσα από τη μάθηση αλλά και την παρατήρηση. Είναι σημαντικό λοιπόν, αρχικά εμείς οι ίδιοι, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα τα δικά μας. Με το δικό μας παράδειγμα σαν οδηγό, το παιδί θα διαμορφώσει τη δική του συναισθηματική πορεία. Άρα ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας: Μιλάμε για τα συναισθήματα μας; ακούμε τους άλλους κατανοώντας την δική τους οπτική; Ζητάμε συγνώμη όταν έχουμε αδικήσει ή πληγώσει κάποιον; Λέμε σε «ευχαριστώ» αναγνωρίζοντας την υποστήριξη;
2. Στην ερώτηση -«πως νιώθεις» δεν μένουμε σε απαντήσεις: «καλά ή άσχημα…» αλλά ενισχύουμε απαντήσεις όπως «είμαι χαρούμενος, λυπημένος, θυμωμένος κτλ». Δίνουμε δηλαδή όνομα στο συναίσθημα αλλά και χρόνο να εκφραστεί. Θέλουμε να ακούσουμε πως νιώθει, ποια είναι η αιτία και ότι άλλο θέλει να μοιραστεί χωρίς να το κρίνουμε για όσα μας λέει ακόμα και αν το συναίσθημα που νιώθει μας στενοχωρεί. Διότι, αν ο γονιός φοβάται τα συναισθήματα, αν δεν τα αντέχει, δεν μαθαίνει και το παιδί του να τα αντέχει και να τα αντιμετωπίζει. Το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του άλλου επειδή πρώτα κάποιος αναγνώρισε τα δικά του.
3. Ανάλογα με την ηλικία το ενισχύουμε μέσα από καθημερινές καταστάσεις (πχ μετά από έναν τσακωμό με τον αδελφό ή την αδελφή του)με ερωτήσεις «πως πιστεύεις ένοιωσε ο άλλος;» και «τι είναι αυτό που τον έκανε να νιώσει έτσι;», «τι έκανε επειδή ένιωσε έτσι;» καθώς και μέσα από το συμβολικό παιχνίδι. Επίσης ένας όμορφος και διασκεδαστικός τρόπος είναι η ανάγνωση παραμυθιών ή ιστοριών όπου μπορεί να εξερευνήσει διάφορα συναισθήματα, συνθήκες και συμπεριφορές.
Επενδύοντας στην ανάπτυξή της ενσυναίσθησης λοιπόν από νωρίς, καλλιεργούμε όχι μόνο ανθρώπους που νιώθουν, αλλά και κοινωνίες που νοιάζονται.
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η έγκαιρη ενημέρωση του γονιού μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά και να υποστηρίξουν ουσιαστικά το παιδί. Όταν αυτό δεν είναι αρκετό, η αναζήτηση υποστήριξης από ειδικό δείχνει έναν γονιό που βλέπει, ακούει και φροντίζει το παιδί του.
Βιβλιογραφία:
Cuff, B. M. P., Brown, S. J., Taylor, L., & Howat, D. J. (2016). Empathy: A review of the concept. Emotion Review, 8(2), 144–153.
Hoffman, M. L. (2000). Empathy and Moral Development: Implications for Caring and Justice. Cambridge University Press.