Γράφει ο Χάρης Μικελόπουλος
Η απόφαση να μετατραπούν το 2ο Λύκειο και το 2ο Γυμνάσιο Πύργου σε Ωνάσεια Σχολεία έχει προκαλέσει έντονο διχασμό στην τοπική κοινωνία. Από τη μία πλευρά, πολλοί γονείς, εκπαιδευτικοί και φορείς υποστηρίζουν την κίνηση, βλέποντας άμεσα οφέλη: η χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ωνάση για την αναβάθμιση υποδομών, η δυνατότητα προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας και η αίσθηση ότι τα παιδιά τους θα φοιτούν σε «καλύτερο» σχολείο. Ιδιαίτερα σε σχολεία με προβλήματα κτιριακών υποδομών και περιορισμένους κρατικούς πόρους, τέτοιες δωρεές εμφανίζονται ως ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες. Η δομική εμπλοκή ιδιωτικού φορέα στη λειτουργία του σχολείου, με επιλογή καθηγητών μέσω επιτροπών και μαθητών μέσω εξετάσεων, μπορεί να δημιουργήσει σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η αριστεία δεν είναι δικαίωμα όλων, αλλά προνόμιο λίγων.Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2ο Λύκειο Πύργου έχει ιστορικά υψηλές επιδόσεις και αριστούχους μαθητές, οπότε δεν χρειαζόταν «αναβάθμιση» για να αναγνωριστεί η αξία του.
Ένα από τα πιο διαδεδομένα επιχειρήματα υπέρ των Ωνάσειων είναι ότι οι μαθητές θα χρειάζονται λιγότερη υποστήριξη από φροντιστήρια, καθώς ενισχυτικά προγράμματα και εργαστήρια θα προσφέρονται μέσα στο σχολείο. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν είναι εγγυημένο: η ένταση των πανελλαδικών εξετάσεων και η ανταγωνιστικότητα του συστήματος καθιστούν ακόμα αναγκαία την εξωτερική προετοιμασία για πολλούς μαθητές. Ακόμα και αν κάποιοι μαθητές επωφεληθούν από την ενισχυτική διδασκαλία, η ανισότητα παραμένει, καθώς οικογένειες με περισσότερα οικονομικά μέσα μπορούν να συνδυάζουν σχολείο και φροντιστήρια, ενώ άλλες όχι.

“Ο πυρήνας του προβλήματος.”
Η ελληνική εκπαίδευση συνολικά πάσχει δομικά. Το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια βασίζεται σε εξετάσεις υψηλής πίεσης, που σχεδόν πάντα απαιτούν φροντιστήρια ή ιδιαίτερα μαθήματα, δημιουργώντας ψυχολογική πίεση και οικονομικό βάρος για τις οικογένειες. Αν συγκρίνουμε με χώρες όπως η Φινλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία ή τις ΗΠΑ, βλέπουμε ότι η δημόσια εκπαίδευση εκεί παρέχει επαρκή προετοιμασία, πολλαπλούς δρόμους εισαγωγής και δεν εξαρτάται από ιδιωτικά μαθήματα. Αυτό καθιστά το ελληνικό σύστημα μάλλον μοναδικό στον κόσμο για την ένταση και το κόστος που απαιτεί από τους μαθητές.
Συνολικά, η περίπτωση του Πύργου δείχνει καθαρά τον διχασμό της κοινωνίας: κάποιοι βλέπουν στα Ωνάσεια ευκαιρία για καλύτερες συνθήκες και αριστεία, ενώ άλλοι ανησυχούν για τον διαχωρισμό, την ανισότητα και την υπονόμευση της δημόσιας εκπαίδευσης. Τα θετικά στοιχεία είναι υπαρκτά — καλύτερες υποδομές, υποστηρικτικά προγράμματα, δυνατότητα υψηλότερων επιδόσεων. Τα αρνητικά όμως αγγίζουν τη ρίζα του προβλήματος: η δημόσια παιδεία δεν πρέπει να εξαρτάται από ιδιώτες, η αριστεία δεν πρέπει να περιορίζεται σε λίγους, και η κοινωνική ισότητα πρέπει να παραμένει προτεραιότητα.
Η δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση είναι δεκτή και αξιέπαινη — η οικονομική υποστήριξη είναι πολύτιμη, ειδικά σε σχολεία με προβλήματα υποδομών. Το θέμα όμως που με προβληματίζει είναι η δομή της λειτουργίας των Ωνάσειων:
Η επιλογή των μαθητών μέσω εξετάσεων δημιουργεί αποκλεισμούς και διαχωρίζει την κοινωνία.
Η αξιολόγηση των καθηγητών από επιτροπές εισάγει μια διαδικασία που δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ σε δημόσιο σχολείο με αυτό τον τρόπο.
Το τελικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου πειράματος είναι αβέβαιο — δεν πρόκειται για πρότυπο ή πειραματικό σχολείο όπως τα γνωστά δημόσια προγράμματα, αλλά για κάτι διαφορετικό, που δοκιμάζεται πρώτη φορά σε ένα δημόσιο περιβάλλον.
Δεν είμαι άνθρωπος που φοβάται τις αλλαγές,το αντίθετο, αλλά δεν κατανοώ γιατί η δημόσια παιδεία πρέπει να «νοθεύεται» από ιδιώτες με προγράμματα που δεν έχουν δοκιμαστεί, ενώ το κράτος παραμένει υπεύθυνο για την εκπαίδευση όλων των παιδιών. Η αριστεία και η βελτίωση δεν μπορούν να βασίζονται σε πειράματα σε λίγα σχολεία — πρέπει να γίνουν παντού, ισότιμα και με δημόσια ευθύνη.
Βλέπω την ανάγκη για δημιουργικότητα, προσωπικότητα και πραγματικές ευκαιρίες και προβληματίζομαι για την μονομέρεια ενός πειραματικού συστήματος που δίνει προτεραιότητα στην αξιολόγηση και τις εξετάσεις έναντι της ουσιαστικής μάθησης.
Ο δομικός χαρακτήρας του σχολείου παραμένει ίδιος — το άγχος, οι βαθμοί και οι πανελλαδικές συνεχίζουν να κυριαρχούν.
Θέλω να τονίσω ότι η κριτική μου δεν έχει καμία σχέση με τα παιδιά που αγωνίζονται για τις σπουδές τους. Κατανοώ και σέβομαι απόλυτα όσους θέλουν να ακολουθήσουν ιατρική, νομική, αρχιτεκτονική, μηχανική, βιολογία, προγραμματισμό, νοσηλευτική και όλες τις άλλες δεκάδες ειδικότητες που υπάρχουν σήμερα. Ο αγώνας τους, η προσπάθεια και οι στόχοι τους είναι σεβαστοί. Αυτό που με προβληματίζει είναι το δομικό πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης και η εμπλοκή ιδιωτικών προγραμμάτων, που μπορεί να δημιουργήσει ανισότητες και αποκλεισμούς, όχι η φιλοδοξία ή η επιθυμία των μαθητών να πετύχουν.
Η δημιουργία των Ωνάσειων Σχολείων έχει προκαλέσει διχοτόμηση ανάμεσα στους γονείς.
Κάποιοι βλέπουν στα σχολεία αυτά μια ευκαιρία για τα παιδιά τους — ένα καλύτερο περιβάλλον, περισσότερες υποδομές και υποστηρικτικά προγράμματα — και θεωρούν ότι είναι δικαίωμα των παιδιών τους να έχουν πρόσβαση σε αυτά. Άλλοι ανησυχούν για τα παιδιά που δεν περνούν στις εξετάσεις: μαθητές με χαμηλότερους βαθμούς, με μικρή συμμετοχή, με διάφορα προβλήματα ή από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως τα παιδιά Ρομά.
Το αποτέλεσμα στην πράξη είναι ότι τα προβλήματα μεταφέρονται στα υπόλοιπα σχολεία της πόλης, τα οποία μένουν να αντιμετωπίσουν συγκεντρωτικά τις μεγαλύτερες δυσκολίες χωρίς αντίστοιχη αναβάθμιση ή επιπλέον πόρους. Αυτό δημιουργεί μια μορφή «σχολείων δύο ταχυτήτων», όπου κάποιοι μαθητές έχουν σαφή προνόμια, ενώ οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια. Δεν πρόκειται για πρόθεση αποκλεισμού ή «κακό» από τους γονείς, αλλά το ίδιο το μοντέλο δημιουργεί επιπτώσεις που οδηγούν σε ανισότητα και ελιτισμό, ακόμα κι αν η χρηματοδότηση και η πρόθεση του Υπουργείου και του Ιδρύματος Ωνάση είναι καλή.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι η κύρια ευθύνη είναι του κράτους. Είναι το κράτος που οφείλει να οργανώνει και να χρηματοδοτεί τη δημόσια εκπαίδευση έτσι ώστε να παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά, χωρίς να δημιουργούνται διαχωρισμοί. Όταν η πολιτική που εφαρμόζεται οδηγεί σε σχολεία δύο ταχυτήτων και διχάζει την κοινωνία, τότε ο δημόσιος χαρακτήρας της παιδείας υπονομεύεται, ακόμα και αν υπάρχει η καλύτερη πρόθεση από δωρητές ή τοπικούς φορείς
Η αριστεία και η ποιότητα στην εκπαίδευση δεν πρέπει να είναι προνόμιο λίγων.
Τα Ωνάσεια Σχολεία μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη, αλλά δεν λύνουν το δομικό πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Το ζητούμενο είναι η δημόσια παιδεία να παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς υπερβολική πίεση και χωρίς να απαιτείται οικονομική επένδυση σε φροντιστήρια για να έχει κάποιος αριστεία. Η αναβάθμιση της παιδείας πρέπει να είναι ευθύνη του κράτους για όλα τα σχολεία, και όχι προνόμιο για λίγα επιλεγμένα.
Η δημόσια εκπαίδευση είναι κοινωνικό αγαθό — η αριστεία ανθίζει καλύτερα όταν όλα τα παιδιά έχουν ίσες ευκαιρίες. Αυτό είναι το στοίχημα για τον Πύργο και για όλη την Ελλάδα.
Η στάση μου απέναντι στα Ωνάσεια είναι και πολιτική, με την έννοια ότι αφορά τον ρόλο του κράτους, την ισότητα και την πρόσβαση όλων στην εκπαίδευση. Δεν έχει σχέση με λαϊκισμό ή μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Υποστηρίζω την ισότητα, τη δημόσια ευθύνη και την ποιοτική εκπαίδευση για όλους, και αντιτίθεμαι σε κάθε μορφή διαχωρισμού ή προνομιακής πρόσβασης που περιορίζει τα δικαιώματα των παιδιών.
Τελικά,μετά από όσα έχω ακούσει,διαβάσει και ενημερωθεί,ο θεσμός αυτός δημιουργεί από την μια πλευρά έναν ενθουσιασμό κι από την άλλη προβληματισμό.
Δεν είμαι ο πλέον ειδικός για να το κρίνει,ως πολίτης όμως εκφράζω μια άποψη που μπορεί να είναι και λαθεμένη.Εκείνο όμως που με κάνει επιφυλακτικό είναι η αδυναμία του κράτους,για μια ακόμη φορά να τολμήσει την τομή στην εκπαίδευση,να δώσει πόρους πολύ περισσότερους και να άρει ανισότητες από μόνο του και όχι μέσω ιδιωτών.
Κι έτσι,μεταφέρει το πρόβλημα σε γονείς κι εκπαιδευτικούς.
Διαλέγετε και παίρνετε…