Γράφει η Δώρα Γ. Σορβατζιώτη*
Πρόσφατα βρέθηκα σε μια τάξη ΣΤ’ Δημοτικού, έπειτα από αίτημα του εκπαιδευτικού, για να μιλήσουμε με τους μαθητές για τη διαχείριση του θυμού. Οι εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ των μαθητών είχαν γίνει ιδιαίτερα έντονες και φαινόταν να επηρεάζουν την καθημερινότητα της τάξης. Ξεκινήσαμε τη συζήτηση μιλώντας για τα συναισθήματα, πως τα βιώνουμε και πως τα εκφράζουμε.
Όταν ρώτησα τα παιδιά ποιο είναι εκείνο το συναίσθημα που βιώνουν πιο συχνά μέσα στη μέρα και ποιο τους δυσκολεύει περισσότερο, η απάντηση ήρθε σχεδόν αυθόρμητα και με εντυπωσιακή ομοφωνία: «Το άγχος!»
Τα παιδιά άρχισαν να περιγράφουν μια καθημερινότητα ιδιαίτερα απαιτητική. Ένα πρόγραμμα γεμάτο διάβασμα, ασκήσεις, προετοιμασία για την επόμενη σχολική μέρα, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, αθλητικές και άλλες δραστηριότητες. Άγχος για το αν θα είναι αρκετά προετοιμασμένα, αν θα ξέρουν να απαντήσουν και αν θα κάνουν κάποιο λάθος που θα τα εκθέσει μπροστά στους συμμαθητές τους. Μίλησαν για το άγχος σχετικά με το αν είναι αποδεκτά από τους συμμαθητές τους, άγχος για τους αγώνες τους στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, για το πώς θα τους φερθεί ο προπονητής σε περίπτωση ήττας, για το αν θα τα πειράξουν τα υπόλοιπα παιδιά αν χάσουν ένα γκολ, εάν ο βαθμός σε ένα τεστ θα ικανοποιήσει τους γονείς και για το αν θα καταφέρουν να έχουν λίγο ελεύθερο χρόνο μέσα στη μέρα για να κάνουν κάτι που πραγματικά θέλουν!
Είναι σχεδόν ξεκάθαρο πως ζούμε σε μια εποχή όπου η επιτυχία μετριέται κυρίως με αριθμούς και αποτελέσματα. Βαθμοί, επιδόσεις, στόχοι, πιστοποιήσεις. Με καλή πρόθεση, αλλά και με μεγάλη αγωνία, θέλουμε τα παιδιά μας να πετύχουν, να τα καταφέρουν, να έχουν «ένα καλό μέλλον». Κάποιες φορές, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, αυτά τα μετρήσιμα αποτελέσματα μοιάζουν να επιβεβαιώνουν και τη δική μας αξία ως γονείς.
Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, όμως, κινδυνεύουμε να απομακρυνθούμε από κάτι θεμελιώδες: την καθημερινή συναισθηματική ανακούφιση των παιδιών μας. Από το να τα δούμε πραγματικά. Να τα ρωτήσουμε πώς είναι, πώς νιώθουν, τι τους βαραίνει! Να δώσουμε χώρο στο λάθος, στην κούραση και στην απογοήτευση.
Η ψυχική υγεία και η συναισθηματική εκπαίδευση δεν έρχονται «μετά την επιτυχία». Είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται κάθε ουσιαστική μάθηση και εξέλιξη. Ένα παιδί που νιώθει ασφαλές, αποδεκτό και αρκετό μπορεί να αναπτυχθεί ολόπλευρα — όχι μόνο μετρήσιμα, αλλά ανθρώπινα.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο επίτευγμα ως γονείς δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που αποδίδουν πάντα, αλλά παιδιά που αντέχουν και την αποτυχία, που συνδέονται με τον εαυτό τους και τους άλλους και που ξέρουν ότι η αξία τους δεν εξαρτάται από έναν βαθμό ή ένα αποτέλεσμα. Τι μπορούμε να κάνουμε ;
1. Ας δημιουργήσουμε έναν ασφαλή χώρο για τα συναισθήματα. Ρωτήστε το παιδί πώς ήταν η μέρα του, όχι μόνο τι έκανε. Ακούστε χωρίς να διορθώνετε, χωρίς να μειώνετε αυτό που νιώθει (π.χ «δεν είναι τίποτα», «υπερβολές»). Ένα παιδί που νιώθει ότι το ακούνε, ηρεμεί. Επιλέξτε το σωστό χρόνο! Για αρκετά παιδιά φαίνεται πως μια κατάλληλη στιγμή είναι μετά το σχολείο!
2. Μειώστε την πίεση της τελειότητας. Δώστε ξεκάθαρα το μήνυμα ότι το λάθος επιτρέπεται. Ότι δεν χρειάζεται να είναι πάντα «καλό σε όλα». Η αποδοχή είναι από τα πιο ισχυρά αγχολυτικά για όλους μας, ιδιαίτερα για τα παιδιά.
3. Προσέξτε το πρόγραμμα. Ένα υπερφορτωμένο παιδικό πρόγραμμα δημιουργεί συνεχές άγχος. Ο ελεύθερος χρόνος και το παιχνίδι δεν είναι πολυτέλεια — είναι ανάγκη. Αφήστε χώρο για βαρεμάρα και ξεκούραση.
4. Ονομάστε το άγχος. Βοηθήστε το παιδί να βάλει λέξεις σε αυτό που νιώθει. «Ακούγεται σαν να αγχώθηκες σήμερα» ή «μοιάζει να φοβήθηκες μήπως κάνεις λάθος». Όταν το συναίσθημα ονομάζεται, γίνεται πιο διαχειρίσιμο.
5. Δώστε έμφαση στη διαδικασία, όχι στο αποτέλεσμα. Αντί να εστιάσετε στο βαθμό, δοκιμάστε να πείτε «πώς ένιωσες;» ή «τι σου φάνηκε δύσκολο;». Έτσι το παιδί μαθαίνει ότι η αξία του δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα.
6. Διδάξτε μικρές στιγμές χαλάρωσης. Μερικές βαθιές ανάσες, λίγα λεπτά ησυχίας, ένα περπάτημα, ένα ήρεμο παιχνίδι πριν τον ύπνο, μια χαλαρή συζήτηση στον καναπέ, μπορούν να μειώσουν σημαντικά την ένταση της ημέρας.
7. Γίνετε πρότυπο: Τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα από το παράδειγμα που τους δείχνουμε παρά από αυτό που ακούν! Τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας. Αν ο γονιός ζει συνεχώς σε ένταση, το παιδί το απορροφά. Μιλήστε και για το δικό σας άγχος με ήρεμο τρόπο και δείξτε με ποιο τρόπο το διαχειρίζεστε.
8. Ζητήστε βοήθεια όταν χρειάζεται. Αν το άγχος επιμένει, επηρεάζει τον ύπνο, το σχολείο, την καθημερινότητα ή τη διάθεση του παιδιού ζητείστε υποστήριξη. Σε αρκετά σχολεία υπάρχει κοινωνικός λειτουργός ή ψυχολόγος όπου μπορείτε να απευθυνθείτε δωρεάν και να ενημερωθείτε ώστε να υποστηρίξετε το παιδί σας σύμφωνα με τις ανάγκες του.
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η έγκαιρη ενημέρωση του γονιού μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά και να υποστηρίξουν ουσιαστικά το παιδί. Όταν αυτό δεν είναι αρκετό, η αναζήτηση υποστήριξης από ειδικό δείχνει έναν γονιό που βλέπει, ακούει και φροντίζει το παιδί του.
*Εκπ.Ψυχοθεραπεύτρια
CBT Κοινωνική Λειτουργός
Μ.Ed. Επιστήμες Αγωγής