Από τα «καλαμπόκια-σκιάχτρα» της Greenpeace που σφράγισαν τις εκστρατείες κατά των μεταλλαγμένων στα τέλη του ’90 η Ευρώπη περνά στη νέα γενιά γενετικά τροποποιημένων φυτών που αναπτύσσονται μέσω των «νέων γονιδιωματικών τεχνικών»


Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ προωθεί την ένταξή τους στην αγορά, αντιμετωπίζοντάς τα όπως τα συμβατικά. Ταυτόχρονα, επιστημονικοί και περιβαλλοντικοί φορείς παρουσιάζουν τις τεχνικές αυτές ως «γονιδιακή τζένγκα», προειδοποιώντας ότι αν η ισορροπία διαταραχθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί στο περιβάλλον, στις καλλιέργειες και στην τροφική αλυσίδα.

«Οι καταναλωτές δεν θα γνωρίζουν τι βάζουν στο πιάτο τους και οι αγρότες τι ακριβώς καλλιεργούν». Αυτή είναι με λίγα λόγια, σύμφωνα με επιστημονικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις, η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη μετά την πρόσφατη συμφωνία των ευρωπαϊκών θεσμών για την καλλιέργεια και την προώθηση στην τροφική αλυσίδα των λεγόμενων Νέων Γονιδιωματικών Τεχνικών (NGTs). Πρόκειται για νέας γενιάς γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς –μεταλλαγμένα, όπως είθισται εν συντομία να τα αποκαλούμε οι περισσότεροι–, που θα καλλιεργούνται και θα καταναλώνονται χωρίς τις δικλείδες ασφαλείας που ισχύουν από το 2000 και μετά, μέσω του αυστηρού ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. 

Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία που προωθείται από τα ευρωπαϊκά όργανα, τα φυτά που θα παραχθούν με αυτές τις γονιδιωματικές τεχνικές θα θεωρούνται «ισοδύναμα» με τα συμβατικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο ασφάλειας, δεν θα φέρουν σήμανση και δεν θα είναι ανιχνεύσιμα στην αλυσίδα παραγωγής τροφίμων, παρά μόνο στο στάδιο του πολλαπλασιαστικού υλικού.

 «Τα νέα μεταλλαγμένα εγκυμονούν τους ίδιους κινδύνους με εκείνα της πρώτης γενιάς», τονίζει η Greenpeace, υποστηρίζοντας ότι «η απουσία ξένου DNA δεν αναιρεί την ανάγκη για έλεγχο, σήμανση και ιχνηλασιμότητα».

Ως βασικό επιχείρημα για τη χαλάρωση του πλαισίου που προωθείται για τις νέες γονιδιωματικές τεχνικές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβάλλει την ανάγκη προσαρμογής στην κλιματική κρίση. Υποστηρίζει ότι με τις νέες τεχνικές μπορούν να παραχθούν ταχύτερα νέες ποικιλίες φυτών με χαρακτηριστικά όπως ανθεκτικότητα στην ξηρασία ή στις πλημμύρες, οι οποίες θα έχουν μειωμένες ανάγκες για φυτοφάρμακα και λιπάσματα. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, είναι κρίσιμα για την προσαρμογή στην κλιματική κρίση και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού τομέα.

Τι είναι, όμως, οι Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές; Πρόκειται για την επιστημονική βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η νέα γενιά γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, με τις Βρυξέλλες να επιδιώκουν τη νομική τους διαφοροποίηση από τα μεταλλαγμένα πρώτης γενιάς.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει πως τα φυτά που προκύπτουν από αυτές τις τεχνικές, τις λεγόμενες NGΤ, είναι ασφαλή και δεν διαφέρουν από τα συμβατικά, καθώς δεν θα περιέχουν ξένο DNA. Σε αντίθεση με τους «παλιούς» γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, όπου ενσωματωνόταν γενετικό υλικό από διαφορετικά είδη, όπως για παράδειγμα βακτήρια στο καλαμπόκι ή γονίδια ψαριού σε ντομάτα. Οι NGT επεμβαίνουν στο ήδη υπάρχον γονιδίωμα του φυτού, μέσω τεχνικών, τροποποιώντας ή απαλείφοντας τμήματα της γενετικής αλληλουχίας. 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν, «οι νέοι κανόνες θα διασφαλίσουν ότι τα φυτά NGT που διατίθενται στην αγορά της Ε.Ε. είναι εξίσου ασφαλή με τις ποικιλίες συμβατικής αναπαραγωγής. Η συμφωνία καλύπτει φυτά που περιέχουν μικρές τροποποιήσεις στο γενετικό υλικό τους (στοχευμένη μεταλλαξιγένεση) ή ενθέσεις γενετικού υλικού από το ίδιο φυτό ή από διασταυρώσιμα φυτά (cisgenesis, περιλαμβανομένης της ενδογένεσης)». 

Τα φυτά που θα αποκτήσουν «ελευθέρας» βάσει του νέου ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου που προωθείται ανήκουν στην κατηγορία των γονιδιωματικών τεχνικών της πρώτης κατηγορίας, της NGT1. Τα φυτά που φέρουν πιο σύνθετες ή λιγότερο «φυσικά ισοδύναμες» γονιδιωματικές τροποποιήσεις, όπως αναφέρει η Επιτροπή, κατατάσσονται στη λεγόμενη κατηγορία NGT-2. Γι’ αυτή την κατηγορία συμφωνήθηκε να διατηρηθούν οι ισχύοντες κανόνες της νομοθεσίας για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν η υποχρεωτική αξιολόγηση κινδύνου, η σήμανση και η ιχνηλασιμότητα των προϊόντων, όπως και οι λοιποί μηχανισμοί ελέγχου.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Η Greenpeace επισημαίνει πως αυτή η τεχνική διαφοροποίηση δεν σημαίνει και διαφορά ως προς τους κινδύνους. «Τα νέα μεταλλαγμένα εγκυμονούν τους ίδιους κινδύνους με εκείνα της πρώτης γενιάς», τονίζει, υποστηρίζοντας ότι «η απουσία ξένου DNA δεν αναιρεί την ανάγκη για έλεγχο, σήμανση και ιχνηλασιμότητα». Για την οργάνωση, το αφήγημα ότι οι νέες τεχνικές γονιδιακής επεξεργασίας (NGT) είναι ακριβείς τεχνικές χωρίς κινδύνους και οι νέοι ΓΜΟ που παράγονται με αυτές είναι ισοδύναμοι με τα συμβατικά φυτά είναι ένας μύθος. «Η αλήθεια είναι ότι ούτε ακριβείς είναι οι τεχνικές ούτε οι νέοι ΓΜΟ είναι ισοδύναμοι με τα συμβατικά», λένε.

Η «τζένγκα» των νέων μεταλλαγμένων και πώς θα φτάσουν στο πιάτο μας
Με τις νέες τεχνικές μπορούν να παραχθούν ταχύτερα νέες ποικιλίες φυτών, με χαρακτηριστικά όπως ανθεκτικότητα στην ξηρασία ή τις πλημμύρες, οι οποίες θα έχουν μειωμένες ανάγκες για φυτοφάρμακα και λιπάσματα.

Στο ίδιο μήκος κύματος, εθνικές επιστημονικές αρχές στην Ευρώπη, όπως ο Γερμανικός Ομοσπονδιακός Οργανισμός για τη Διατήρηση της Φύσης (BfN), η Αυστριακή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (UBA) και ο γαλλικός Εθνικός Οργανισμός για την Υγειονομική Ασφάλεια στα Τρόφιμα, το Περιβάλλον και την Εργασία (ANSES) προειδοποιούν ότι οι νέοι γενετικά μεταλλαγμένοι οργανισμοί μπορεί να ενέχουν κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον και θα πρέπει να καλύπτονται από κατά περίπτωση αξιολόγηση κινδύνου, ιχνηλασιμότητα και παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία. Ακόμη και μικρές αλλαγές από τη γενετική μηχανική έχουν υψηλό δυναμικό κινδύνου για το περιβάλλον, σύμφωνα με το BfN. «Στο πλαίσιο των NGTs, οποιαδήποτε αναφορά στη “φυσικότητα” είναι παραπλανητική και δεν αποτελεί υποκατάστατο για μειωμένο κίνδυνο», προσθέτει ο οργανισμός. Σύμφωνα με την UBA, οι νέοι ΓΜΟ βασίζονται «σε βιολογικές διαδικασίες που δεν μπορούν να εγγυηθούν απόλυτη ακρίβεια. Είναι δηλαδή σαν να παίζουμε τζένγκα στο εργαστήριο, βγάζουμε, βάζουμε, αλλάζουμε τη σειρά στο γονιδίωμα σαν μικροί θεοί. Αλλά κάποια στιγμή, αν τα τουβλάκια καταρρεύσουν κι εμείς έχουμε απελευθερώσει αυτόν τον οργανισμό, δεν θα μπορούμε να το συμμαζέψουμε. Εξού και η Αρχή της Προφύλαξης», αναφέρει.

ΚΚΚ
Μενέλαος Γαρδικιώτης, πρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ)

Στους ίδιους προβληματισμούς κινείται και η επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα. Ο Μενέλαος Γαρδικιώτης, πρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ), δεν κρύβει την ανησυχία του για το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο που επιχειρείται να επιβληθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπογραμμίζοντας ότι πίσω από την τεχνική ορολογία κρύβονται ουσιώδεις αλλαγές, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη γεωργία, το περιβάλλον και την ασφάλεια της τροφής. Ο Μ. Γαρδικιώτης εξηγεί: «Ένα φυτό NGT κατηγορίας 1 (ένα φυτό που έχει υποστεί δηλαδή μέχρι 20 υποκαταστάσεις ή εισαγωγές νουκλεοτιδίων) θεωρείται ισοδύναμο με τα συμβατικά φυτά. Αυτή η έννοια της “ισοδυναμίας” ενός συμβατικού φυτού με ένα που έχει υποστεί έως 20 γενετικές μεταλλάξεις δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα αλλά αποτελεί ένα αυθαίρετο νομικό/πολιτικό κατασκεύασμα, γι’ αυτό και αμφισβητείται από πολλούς ευρωπαϊκούς επιστημονικούς φορείς, όπως π.χ. ο ENSSER (European Network of Scientists for Social and Environmental Responsibility)».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ως θεσμοθετημένος σύμβουλος της πολιτείας, έχει εκφράσει με σαφήνεια την αντίθεσή του στην απορρύθμιση του πλαισίου ελέγχου για τα φυτά NGT-1. Όπως υπογραμμίζει: «Η προτεινόμενη ρύθμιση οδηγεί σε κατάργηση της υποχρεωτικής αξιολόγησης κινδύνου, της σήμανσης και της ιχνηλασιμότητας, ενώ περιορίζει το δικαίωμα των κρατών-μελών να απαγορεύσουν την καλλιέργεια. Αν τελικά υιοθετηθούν οι προβλέψεις, θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις για τον καταναλωτή, που δεν θα γνωρίζει τι καταναλώνει, για τον παραγωγό, που κινδυνεύει από επιμόλυνση και πιθανές νομικές/οικονομικές επιπτώσεις λόγω πατεντών, για τη βιολογική και συμβατική γεωργία χωρίς ΓΤΟ, που αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, για τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα, με απρόβλεπτες συνέπειες, αλλά και για την εθνική αγροδιατροφική οικονομία, που βασίζεται στην ποιότητα και την ταυτότητα των ελληνικών προϊόντων».

Η «τζένγκα» των νέων μεταλλαγμένων και πώς θα φτάσουν στο πιάτο μας
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει πως τα φυτά που προκύπτουν από αυτές τις τεχνικές, τα λεγόμενα NGΤ, είναι ασφαλή και δεν διαφέρουν από τα συμβατικά, καθώς δεν θα περιέχουν ξένο DNA.

«Το πραγματικά επικίνδυνο», τονίζει ο Μενέλαος Γαρδικιώτης, «δεν είναι μόνο η εισαγωγή των νέων τεχνικών αλλά το γεγονός ότι προβλέπεται πλήρης απουσία ιχνηλασιμότητας. Δηλαδή, τα νέα φυτά θα μπορεί κανείς να τα εμπορεύεται όπως τα συμβατικά, χωρίς καμία ένδειξη. Δεν θα ξέρουμε τι τρώμε. Δεν θα ξέρουμε καν από τι έχει παραχθεί. Και το χειρότερο; Ακόμα κι ο αγρότης δεν θα ξέρει τι σπέρνει. Μιλάμε για μηδενική σήμανση, μηδενική ιχνηλασιμότητα, με όριο έως 20 τροποποιήσεις – λες και το ζήτημα είναι ποσοτικό, ενώ είναι βαθιά ουσιαστικό και περιβαλλοντικό».

Όπως επισημαίνει, αυτή η προσέγγιση υπονομεύει όχι μόνο τη διαφάνεια αλλά και το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. «Η Ελλάδα διαθέτει μοναδικό φυτικό κεφάλαιο, ιδιαίτερης βιοποικιλότητας, υψηλής ποιότητας και διεθνούς αναγνώρισης. Θεωρούμε καθήκον μας να υπερασπιστούμε την προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, της γεωργικής παραγωγής και του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ότι οποιαδήποτε τεχνολογική πρόοδος θα εφαρμοστεί με όρους επιστημονικά τεκμηριωμένους και κοινωνικά υπεύθυνους».

Δημήτρης Μπιλάλης, καθηγητής και διευθυντής του εργαστηρίου Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Δημήτρης Μπιλάλης, καθηγητής και διευθυντής του εργαστηρίου Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας, ο Δημήτρης Μπιλάλης, πρόεδρος του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής και διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την αισιοδοξία που συνοδεύει τις νέες τεχνικές. Με πολυετή εμπειρία στην ακαδημαϊκή και εφαρμοσμένη γεωργία, εκφράζει ανησυχίες τόσο για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις όσο και για τη διατροφική εξάρτηση που ενδέχεται να δημιουργηθεί: ««Πιστεύω ότι αυτή η νέα γενετική τεχνική πάνω στα καλλιεργούμενα είδη είναι ουσιαστικά μια άλλη έκφραση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, πιο εξειδικευμένη. Σε καμία όμως των περιπτώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί απάντηση στην κλιματική αλλαγή, όπως συχνά προβάλλεται. Ίσως να προσφέρει κάποια ανθεκτικότητα, αλλά από την άλλη πλευρά, οι ίδιες οι καλλιεργητικές πρακτικές που θα απαιτηθούν (σε νερό, ενέργεια, εισροές) εξακολουθούν να συμβάλλουν στην πρόκληση της κλιματικής μεταβολής.

Επιπλέον, η τεχνογνωσία θα περάσει κυρίως στα χέρια πολυεθνικών και η εξάρτηση της παραγωγής τροφής θα αυξάνεται συνεχώς, συνδέοντάς τη με συγκεκριμένα κέντρα εμπορίου και οδηγώντας σε ελεγχόμενο κόστος για τον τελικό καταναλωτή. Όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο αυτές οι τροποποιήσεις θα περάσουν στα καλλιεργούμενα είδη, κάτι που ενδεχομένως θα δημιουργήσει νέα, όπως λέμε, “γενετικά σκουπίδια”, τα οποία δεν ανακυκλώνονται ποτέ και ίσως δεν θα δώσουν περιβαλλοντικές λύσεις, αλλά μόνο εμπορικές λύσεις για κάποιους».

Η «τζένγκα» των νέων μεταλλαγμένων και πώς θα φτάσουν στο πιάτο μας
Πριν από 25 χρόνια οι εμβληματικές καμπάνιες της Greenpeace με τα «καλαμπόκια-σκιάχτρα» έδωσαν το στίγμα μιας ευρύτερης κοινωνικής ευαισθητοποίησης.

Για την Ελλάδα, η συγκυρία έχει ιδιαίτερο βάρος. Περισσότερα από 25 χρόνια πριν, το 1999, η χώρα πρωτοστάτησε στην επιβολή ευρωπαϊκού μορατόριουμ για τα μεταλλαγμένα, ενώ οι εμβληματικές καμπάνιες της Greenpeace με τα «καλαμπόκια-σκιάχτρα» έδωσαν το στίγμα μιας ευρύτερης κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Έκτοτε, η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών παρέμεινε εκτός ελληνικής επικράτειας, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο η μόνη εξαίρεση είναι ένα μεταλλαγμένο καλαμπόκι (MON810) που καλλιεργείται περιορισμένα στην Ισπανία.

«Παρά τη σταθερή στάση της Ελλάδας ενάντια στα γενετικά τροποποιημένα φυτά, η ελληνική κυβέρνηση υπερψήφισε τη νέα πρόταση κανονισμού μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Ε.Ε. (COREPER), στο πλαίσιο της σχετικής ψηφοφορίας των κρατών-μελών στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του 2025. Η απόφαση αυτή ελήφθη παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που έχουν διατυπώσει επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς, όπως το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, αλλά και περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η Greenpeace, η οποία είχε πρωτοστατήσει στην πρώτη φάση της μάχης κατά των μεταλλαγμένων, επανέρχεται σήμερα δυναμικά στο προσκήνιο».

Σχολιάζοντας την ελληνική στάση, η Μυρτώ Πισπίνη, υπεύθυνη Προγράμματος του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, αναφέρει στη LiFO ότι «ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Τσιάρας και η ελληνική κυβέρνηση στην πρόσφατη ψηφοφορία στις Βρυξέλλες αψήφησαν τους κινδύνους που εγκυμονούν οι νέοι μεταλλαγμένοι οργανισμοί για την ελληνική γεωργία και την υγεία των καταναλωτών, αγνόησαν τις γνωμοδοτήσεις του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου και έδωσαν πράσινο φως στη νομοθεσία που προασπίζει τα συμφέροντα των εταιρειών βιοτεχνολογίας. Η ελληνική κυβέρνηση παίζει με την τροφή και την υγεία μας, αφού τα νέα μεταλλαγμένα ενέχουν τους ίδιους ακριβώς κινδύνους όπως όλα τα μεταλλαγμένα. Επιπλέον, μπορεί να φτάσουν στο πιάτο μας χωρίς καν να το γνωρίζουμε, αφού θα καταργηθεί η υποχρεωτική σήμανση στις ετικέτες τροφίμων. Οι ευρωβουλευτές στην επόμενη ψηφοφορία που θα γίνει στις αρχές του 2026 οφείλουν να φρενάρουν τα σχέδια των εταιρειών και γι’ αυτό καλούμε τους Έλληνες καταναλωτές και αγρότες να επικοινωνήσουν με τους ευρωβουλευτές τους άμεσα και να τους ζητήσουν να ψηφίσουν “όχι” στη νέα νομοθεσία που θα επιτρέψει τα νέα μεταλλαγμένα».

Βάσω Κανελλοπούλου
Ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης, μέλος της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Ανάλογους προβληματισμούς εκφράζει και ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης, μέλος της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

«H απόφαση του Συμβουλίου (υπουργών) για τις νέες γονιδιωματικές τεχνικές ανοίγει την πόρτα σε νέα μεταλλαγμένα φυτά, τα οποία μπορεί να φτάσουν στο πιάτο μας χωρίς να το γνωρίζουμε. Εξισώνοντας μια κατηγορία τέτοιων φυτών (φυτά NGT-1) με τα συμβατικά, αποδυναμώνονται οι μέχρι σήμερα υφιστάμενες δικλείδες ασφαλείας ενημέρωσης των καταναλωτών (μη υποχρέωση επισήμανσης) και ελέγχου (μη υποχρέωση επαλήθευσης των απογόνων τέτοιων φυτών)». Και συνεχίζει: «Η κυβέρνηση “έσπασε” για πρώτη φορά την πάγια θέση της χώρας μας κατά των μεταλλαγμένων φυτών και υπερψήφισε τη συμφωνία, αγνοώντας τις ανησυχίες που έχουν εκφράσει αγρότες, παραγωγοί, επιστήμονες και η κοινωνία των πολιτών. Ως μέλος της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Κλίματος και Ασφάλειας των Τροφίμων (ENVI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα αντιταχθώ στη συμφωνία και θα συνεχίσω να προασπίζομαι την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, όπως πράττω σταθερά από την πρώτη μέρα εκλογής μου», λέει.

Θωμάς Μόσχος
Ο Θωμάς Μόσχος

Μια διαφορετική, αλλά εξίσου ανήσυχη φωνή, έρχεται από τον χώρο των παραγωγών. Ο Θωμάς Μόσχος, ένας από τους πιο δραστήριους εκπροσώπους της νέας γενιάς κτηνοτρόφων και τεχνικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, βλέπει στις πρόσφατες επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια εσωτερική αντίφαση που απειλεί ό,τι με κόπο έχει χτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες:

«Ενώ η Ευρώπη κατάφερε να φτάσει στο σημείο να καλλιεργεί και να εκτρέφει τα καλύτερα και ποιοτικότερα προϊόντα στον κόσμο, τώρα έρχεται η ίδια και πυροβολεί τα πόδια της. Από τη μια πλευρά ανοίγει την αγορά σε χαμηλού κόστους εισαγωγές, όπως προβλέπει η συμφωνία Mercosur, και από την άλλη προσπαθεί να διαχειριστεί τις πιέσεις αυτές, επιτρέποντας την είσοδο των νέων μεταλλαγμένων, μειώνοντας το κόστος παραγωγής εις βάρος της ποιότητας.

Αν περάσουν τέτοιες ρυθμίσεις, όλος ο αγώνας των Ευρωπαίων παραγωγών για ποιοτικά τρόφιμα θα έχει πάει χαμένος. Χτίσαμε ένα σύστημα βασισμένο στην ποιότητα, και τώρα όλα αυτά απειλούνται από ένα νέο υπόδειγμα παραγωγής που βασίζεται στην ταχύτητα, στη μαζικότητα και στην αδιαφάνεια», λέει

Η Βάσω Κανελλοπούλου
Η Βάσω Κανελλοπούλου

Η Βάσω Κανελλοπούλου, δημοσιογράφος με μεγάλη εμπειρία στην κάλυψη θεμάτων που σχετίζονται με τα μεταλλαγμένα και σήμερα ενεργό μέλος του Δικτύου Αιγίλοπας για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία, επισημαίνει ότι η διαδικασία που οδήγησε στην πρόσφατη συμφωνία παρουσιάζει σοβαρά ελλείμματα δημοκρατικής αντιπροσώπευσης των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Στον “τρίλογο”, τη διαπραγμάτευση μεταξύ Επιτροπής, Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, συμμετείχε εκ μέρους του Κοινοβουλίου η Σουηδή ευρωβουλευτής Jessica Polfjärd από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η οποία παρέκαμψε πλήρως τις κόκκινες γραμμές που είχε θέσει το Κοινοβούλιο από τον Ιανουάριο του 2024. Τότε, η Ολομέλεια είχε εγκρίνει την αποδοχή ενός πιο ευέλικτου πλαισίου για τα νέα μεταλλαγμένα, υπό τον όρο ότι θα διατηρηθούν βασικές εγγυήσεις: η σήμανση, η ιχνηλασιμότητα και η προστασία των αγροτών από τις πατέντες. Το θέμα της ιδιοκτησίας των σπόρων και των συνεπειών της επιμόλυνσης για τον αγροτικό κόσμο είχε τεθεί ξεκάθαρα. Δυστυχώς, αυτά τα επιχειρήματα δεν μεταφέρθηκαν με την απαιτούμενη βαρύτητα στη διαπραγμάτευση και σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια συμφωνία που δεν διασφαλίζει ούτε τους καταναλωτές ούτε τους παραγωγούς. Αντίθετα, οδηγεί στην εισαγωγή τροφίμων που δεν έχουν δοκιμαστεί επαρκώς, χωρίς διαφάνεια και χωρίς επαρκείς ελέγχους».

Και προσθέτει: «Για πρώτη φορά, μια ελληνική κυβέρνηση στηρίζει επισήμως τη διάδοση μεταλλαγμένων τροφών χωρίς σήμανση και χωρίς αξιολόγηση κινδύνου. Η πίεση τώρα πρέπει να στραφεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώστε να μη χαθούν οι κανόνες που μας προστάτευαν εδώ και δεκαετίες. Όπως έχει αποδείξει η εμπειρία με την πρώτη γενιά μεταλλαγμένων, οι υποσχέσεις δεν επαληθεύτηκαν – ούτε η πείνα εξαλείφθηκε ούτε η γεωργία έγινε πιο βιώσιμη. Δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη».

Η Greenpeace επισημαίνει ότι παρά τις διαβεβαιώσεις που δίνουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, ο κίνδυνος της επιμόλυνσης άλλων φυτών μετά την απελευθέρωση των νέων φυτών που θα παραχθούν με τις νέες γονιδιωματικές τεχνικές, τα οποία θα αντιμετωπιστούν από τη νομοθεσία ως συμβατικά, είναι υπαρκτός, όπως έχει δείξει η ιστορία. «Στη φύση δεν υπάρχουν σύνορα. Η γύρη μπορεί να μεταφερθεί με τον αέρα, με τους επικονιαστές, σε διπλανές καλλιέργειες και να επιμολύνει συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες. Σε αντίθεση με τις παλαιότερες τεχνικές, η γονιδιακή επεξεργασία επιτρέπει την τροποποίηση ενός πολύ ευρύτερου φάσματος φυτών (συμπεριλαμβανομένων των δημητριακών, των λαχανικών και των δέντρων) και η πρόταση της Επιτροπής καλύπτει τόσο τις καλλιέργειες όσο και τα άγρια φυτά. Αυτό σημαίνει ότι, στο μέλλον, πολύ μεγαλύτερες περιοχές θα μπορούσαν να καλυφθούν από ΓΜΟ, αυξάνοντας τη συχνότητα των πιθανών κινδύνων. Οι καλλιεργούμενες επιφάνειες με νέους ΓΜΟ θα μπορούσαν να αυξηθούν δραστικά, ακόμη και αν καλλιεργείται μόνο ένας νέος ΓΜΟ, για παράδειγμα σιτάρι ή αραβόσιτος, τα οποία καλλιεργούνται ευρέως σε όλη την Ευρώπη. Η πρόταση της Επιτροπής αφαιρεί το δικαίωμα των κυβερνήσεων της Ε.Ε. να προστατεύουν τη γεωργία και το περιβάλλον τους από τους πιθανούς κινδύνους των νέων ΓΜΟ περιορίζοντας την καλλιέργειά τους».

Με το σύνθημα «Έχουμε δικαίωμα να γνωρίζουμε τι τρώμε», το Δίκτυο διατήρησης παραδοσιακών σπόρων «Σιτώ» πραγματοποιεί καμπάνια (https://sito.gr/kampania-episimansi-new-gmo-2025/) για την επισήμανση των γενετικά τροποποιημένων σπόρων που φέρνει η Ευρώπη με την επικείμενη νομοθεσία. Προτρέπει τους πολίτες να στείλουν emails στους ευρωβουλευτές της χώρας μας, παραθέτοντας τη σχετική λίστα, απαιτώντας από αυτούς να μην εγκρίνουν την κατάργηση των κανόνων ασφαλείας για τις νέες γονιδιωματικές τεχνικές. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν σταλεί ήδη 22.685 emails.

lifo.gr