Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, μόλις το 3% του νερού του πλανήτη είναι γλυκό


Τα αποθέματα γλυκού νερού της Γροιλανδίας αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο σε «πολύτιμο asset», μια πτυχή που δεν περνά απαρατήρητη από τον Ντόναλντ Τραμπ και το επιτελείο του.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι έως το 2030 η παγκόσμια ζήτηση ενδέχεται να ξεπεράσει την προσφορά ακόμη και κατά 40%, σε ένα περιβάλλον όπου η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνει τα καιρικά πρότυπα και περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν πλούσιες σε υδάτινους πόρους αντιμετωπίζουν πλέον έντονη λειψυδρία.

Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, μόλις το 3% του νερού του πλανήτη είναι γλυκό, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του παραμένει «κλειδωμένο» σε παγετώνες και πολικές παγοκρηπίδες, κυρίως στην Ανταρκτική και τη Γροιλανδία.

Η επιτάχυνση της κλιματικής κρίσης εντείνει τη συζήτηση γύρω από τη μεταφορά νερού από περιοχές αφθονίας σε περιοχές έλλειψης, καθώς το γλυκό νερό αποτελεί κρίσιμη εισροή για τη γεωργία, τη βιομηχανία και την παραγωγή ενέργειας. Την ίδια στιγμή, η πληθυσμιακή αύξηση και η ανάπτυξη ενεργοβόρων και ιδιαίτερα «διψασμένων» για νερό κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τη ζήτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχές της Γροιλανδίας αντιμετωπίζουν τα τεράστια υδάτινα αποθέματά της ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Η τοπική κυβέρνηση έχει εδώ και χρόνια αναγνωρίσει το δυναμικό του νερού, επισημαίνοντας ότι μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο ως πόσιμο νερό και εργαλείο ενίσχυσης της αγροτικής παραγωγής, όσο και ως πόρος για μεγάλες βιομηχανικές και ενεργειακές υποδομές. Ωστόσο, ειδικοί τονίζουν ότι πρόκειται κυρίως για «παγωμένο κεφάλαιο» και όχι για άμεσα αξιοποιήσιμη λύση στην παγκόσμια υδατική κρίση.

Ενδεικτικό του μεγέθους των αποθεμάτων είναι το γεγονός ότι έως και 300 δισεκατομμύρια τόνοι νερού εκτιμάται ότι λιώνουν κάθε χρόνο από το παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας. Παρά τον τεράστιο αυτό όγκο, η αξιοποίησή του σε μεγάλη κλίμακα προσκρούει σε σοβαρά εμπόδια. Η μεταφορά νερού θεωρείται εξαιρετικά δαπανηρή λόγω του βάρους του, ενώ προηγούμενες προσπάθειες μαζικών εξαγωγών δεν κρίθηκαν βιώσιμες.
Μέχρι σήμερα, οι πιο ρεαλιστικές εφαρμογές περιορίζονται σε μικρής κλίμακας, υψηλής προστιθέμενης αξίας εξαγωγές, όπως η εμφιάλωση νερού υψηλής καθαρότητας, ενώ πιο φιλόδοξα σχέδια, όπως η κατασκευή φραγμάτων με στόχο τη διεθνή διάθεση νερού, παραμένουν ανενεργά.

Την ίδια ώρα, η λειψυδρία επηρεάζει τουλάχιστον για έναν μήνα τον χρόνο περίπου τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό, με σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και την επισιτιστική ασφάλεια. Μεγάλες οικονομίες στρέφονται ήδη σε επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογίες, όπως η αφαλάτωση και η ανακύκλωση νερού, προκειμένου να περιορίσουν τους κινδύνους. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, το νερό αντιμετωπίζεται πλέον περισσότερο ως κρίσιμη υποδομή παρά ως απλό εμπόρευμα, καθώς η υδατική ανασφάλεια συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή και την εθνική ασφάλεια.

dnews.gr