Γράφει η Μαρία Προύντζου, ψυχίατρος παίδων & εφήβων – ψυχοθεραπεύτρια


Περί Ωνάσειων σχολείων….

Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ τις έντονες αντιδράσεις που έχουν προκύψει γύρω από τα Ωνάσεια Σχολεία: καταλήψεις, διαμαρτυρίες, αντιπαραθέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών. Και ομολογώ ότι νιώθω την ανάγκη να θέσω μερικά ερωτήματα που ίσως ακούγονται αιχμηρά, αλλά προκύπτουν από πραγματικό προβληματισμό.

Γιατί κάθε συζήτηση για αναβάθμιση της παιδείας στην επαρχία προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση; Γιατί η προοπτική ενός σχολείου με περισσότερες δυνατότητες αντιμετωπίζεται από κάποιους ως απειλή και όχι ως ευκαιρία; Γιατί η λέξη «αριστεία» εξακολουθεί να τρομάζει, αντί να μας κινητοποιεί να τη διεκδικήσουμε για περισσότερα παιδιά; Ως παιδοψυχίατρος, έχω άμεση εικόνα των παιδιών που μεγαλώνουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα. Είτε φοιτούν σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά σχολεία, έχουν καθημερινή πρόσβαση σε ερεθίσματα, πολιτιστικές εμπειρίες, εκπαιδευτικές δομές και ευκαιρίες που, αντικειμενικά, δεν είναι διαθέσιμες στα περισσότερα παιδιά της επαρχίας. Αυτό δεν είναι μομφή· είναι μια πραγματικότητα. Ακριβώς γι’ αυτό, αναρωτιέμαι: γιατί ένα παιδί στον Πύργο –ή σε οποιαδήποτε πόλη της περιφέρειας– να μην έχει τη δυνατότητα να φοιτήσει σε ένα σχολείο που θα του προσφέρει ένα επιπλέον εκπαιδευτικό «άλμα», περισσότερους ορίζοντες και έναν πιο ανοιχτό δρόμο για το μέλλον του; Γιατί να θεωρείται σχεδόν ύποπτο το να θέλουμε περισσότερα για τα παιδιά μας;

Οι αντιδράσεις, βέβαια, δεν προκύπτουν από το πουθενά. Υπάρχει ο φόβος της επιλεκτικότητας, ο φόβος των σχολείων «δύο ταχυτήτων», ο φόβος ότι κάποιοι θα ωφεληθούν και κάποιοι θα μείνουν πίσω. Αυτοί οι φόβοι είναι κατανοητοί και οφείλουμε να τους ακούσουμε σοβαρά. Όμως άλλο πράγμα ο προβληματισμός και άλλο η πλήρης απόρριψη κάθε προσπάθειας διαφοροποίησης ή αναβάθμισης. Η πραγματική εκπαιδευτική αδικία –αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε βαριές λέξεις– δεν είναι η ύπαρξη σχολείων με υψηλές απαιτήσεις. Είναι η αποδοχή μιας γενικευμένης μετριότητας ως μοναδικής επιλογής για όλους. Είναι το να θεωρούμε ότι η ισότητα επιτυγχάνεται μόνο όταν κανείς δεν ξεχωρίζει, αντί όταν όλοι έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν όσο μπορούν.

Αγαπάμε τον τόπο μας όχι όταν τον κρατάμε ακίνητο, αλλά όταν τον βοηθάμε να εξελιχθεί. Και αγαπάμε τα παιδιά μας όχι όταν τα προστατεύουμε από κάθε πρόκληση, αλλά όταν τους δίνουμε εργαλεία, ερεθίσματα και ευκαιρίες να ανοίξουν τα φτερά τους – ακόμη κι αν αυτό μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε βεβαιότητες δεκαετιών. Η συζήτηση για τα Ωνάσεια σχολεία δεν θα έπρεπε να γίνεται με όρους «φως ή σκοτάδι», «πρόοδος ή προδοσία».

Θα έπρεπε να γίνεται με ερώτημα το πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε ποιοτική παιδεία με κοινωνική δικαιοσύνη, χωρίς φόβο, χωρίς ιδεολογικά αντανακλαστικά και χωρίς να στρέφουμε τη μία ομάδα της κοινωνίας απέναντι στην άλλη. Αν πραγματικά θέλουμε τα παιδιά της επαρχίας να μείνουν, να δημιουργήσουν και να ονειρευτούν στον τόπο τους, τότε οφείλουμε να τους δώσουμε περισσότερα – όχι λιγότερα.