Μέρες τώρα, στα Μ.Μ.Ε. συστημικά και μη, φιλοξενούνται δηλώσεις πολιτικών, κομμάτων και σχολιαστών από διαφορετικές αφετηρίες, με κοινό τους στοιχείο την επίθεση, άλλοτε διακριτική και άλλοτε ευθεία, στο πρόσωπο της Μαρίας Καρυστιανού, μετά τις δηλώσεις της για τη δημιουργία πολιτικού φορέα. Το φαινόμενο αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα και σοβαρούς προβληματισμούς.

Η ερμηνεία που ακολουθεί κινείται στο πλαίσιο μιας κριτικής προσέγγισης, η οποία δεν υιοθετεί ούτε απορρίπτει εκ προοιμίου οποιοδήποτε πολιτικό εγχείρημα αλλά επιχειρεί να κατανοήσει τις εξελίξεις μέσα από το πρίσμα των γεγονότων και των πολιτικών δυναμικών που διαμορφώνουν τη σημερινή συγκυρία.

Το φαινόμενο λοιπόν που παρατηρείται γύρω από την Μαρία Καρυστιανού το τελευταίο διάστημα, αποκαλύπτει κάτι που το ελληνικό πολιτικό σύστημα δείχνει να έχει ξεχάσει.  Σε συνθήκες κρίσης ή εν τέλει απονομιμοποίησης των θεσμών, η επίθεση στο πρόσωπο συχνά ενισχύει το αφήγημα που εμπεριέχει αντί να το αποδομεί.

Από τη στιγμή που η Καρυστιανού μίλησε για τη δημιουργία πολιτικού φορέα, ένα ευρύ φάσμα κομμάτων, στελεχών, σχολιαστών και «αναλυτών» επιδόθηκε σε μια επιχείρηση αποδόμησης του προσωπικού της αφηγήματος.

Αμφισβητήθηκε η πρόθεσή της, το κίνητρό της, η ηθική της θέση, η πολιτική της επάρκεια ακόμη και το δικαίωμά της να μιλά. Όμως το αποτέλεσμα, όπως αρχικά το ερμηνεύω, δεν ήταν η πολιτική της αποδυνάμωση αλλά η μετατροπή της σε πολιτικό σύμβολο.

Αυτό που αποτυγχάνουν να κατανοήσουν οι αντίπαλοί της είναι ότι η Καρυστιανού δεν παίζει στο πεδίο της «κανονικής πολιτικής». Δεν διεκδικεί εξουσία ως τεχνοκράτης ή κομματικό στέλεχος. Εισέρχεται ή προσπαθεί να εισέλθει στο πολιτικό πεδίο ως φορέας ηθικής νομιμοποίησης που πηγάζει από το συλλογικό τραύμα και από μια κοινωνική εμπειρία κρατικής αποτυχίας. Όταν ένα τέτοιο πρόσωπο δέχεται επιθέσεις από μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος, η κοινωνία δεν τις ερμηνεύει ως «κριτική» αλλά τις ερμηνεύει ως απόπειρα φίμωσης.

Εδώ ενεργοποιείται ένα ιδιαίτερο πολιτικό αντανακλαστικό. Σε κοινωνίες που αισθάνονται ότι το σύστημα δεν τις προστατεύει, όποιος δέχεται την επίθεση του συστήματος αποκτά αυτόματα πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Δεν χρειάζεται να πείσει ότι είναι «εκτός» διότι το αποδεικνύουν οι αντίπαλοί του.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κλασικό, αλλά σπάνια τόσο καθαρό, παράδειγμα αντιστροφής συνθηκών. Όσο περισσότερο την πολεμούν με όρους προσωπικής απαξίωσης, τόσο περισσότερο μετατρέπεται από πρόσωπο σε πολιτικό σύμβολο. Και τα σύμβολα, σε εποχές κρίσης, είναι ισχυρότερα από τα  πολιτικά προγράμματα.

Αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η επίθεση δεν στρέφεται κατά μιας συγκεκριμένης πολιτικής θέσης της Καρυστιανού. Στρέφεται κατά της ύπαρξής της ως πολιτικού υποκειμένου. Αυτό την τοποθετεί αυτόματα στη θέση του «εξόριστου από το σύστημα», ενός ρόλου που στην ελληνική πολιτική κουλτούρα έχει τεράστια συμβολική ισχύ από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα.

Οι επικοινωνιολόγοι γνωρίζουν ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να κατασκευάσεις έναν «αντισυστημικό» ηγέτη είναι να τον αντιμετωπίσεις σαν απειλή πριν καν αποκτήσει οργανωτική υπόσταση. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ, μόνο που δεν το σχεδίασε κανείς. Το πολιτικό σύστημα το παρήγαγε από μόνο του, μέσα από ενδεχόμενο πανικό και ίσως παροιμιώδη αδράνεια σκέψης.

Η αδυναμία τους να δουν τι κάνουν είναι αποκαλυπτική. Αντί να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό αίτημα που εκφράζει η Καρυστιανού, δηλαδή την ανάγκη για ασφάλεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη, προσπαθούν να την αποδομήσουν ως πρόσωπο. Όμως σε εποχές απονομιμοποίησης, η πολιτική δεν κρίνεται στο επίπεδο της «βιογραφίας» αλλά στο επίπεδο του πολιτικού νοήματος ή του νέου «μύθου». Και το νόημα που ενσαρκώνει σήμερα η Καρυστιανού είναι ισχυρότερο από τις επιθέσεις που δέχεται.

Αυτό όμως που καθιστά τη στάση του πολιτικού συστήματος απέναντι στην Καρυστιανού πραγματικά αξιοσημείωτη, είναι η στρατηγική της παραδοξότητα. Ενεργεί σαν να βρίσκεται απέναντι σε έναν συμβατικό πολιτικό αντίπαλο, ενώ στην πραγματικότητα ενισχύει έναν φορέα ηθικής νομιμοποίησης. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένης δυσπιστίας, κάθε προσωπική επίθεση, κάθε υπαινιγμός σκοπιμοτήτων, κάθε προσπάθεια απαξίωσης λειτουργεί ως επιβεβαίωση του κεντρικού της αφηγήματος,  ότι ένα κλειστό σύστημα εξουσίας αμύνεται απέναντι σε μια φωνή που το εκθέτει. Έτσι, αντί να τη μεταφέρουν, έστω πρώιμα,  στο πεδίο της πολιτικής επάρκειας και της προγραμματικής σύγκρισης, όπου θα μπορούσε πράγματι να δοκιμαστεί, την κρατούν στο πεδίο της ηθικής σύγκρουσης, όπου διαθέτει ασύμμετρο πλεονέκτημα. Πρόκειται, κατά την εκτίμησή μου, για μια μορφή αυτοϋπονόμευσης του ίδιου του συστήματος. Όσο περισσότερο επιχειρεί να τη «μειώσει» επικοινωνιακά, τόσο περισσότερο τη μεγεθύνει πολιτικά, δημιουργώντας ένα φαινόμενο συσπείρωσης που ούτε οι πλέον ικανοί επαγγελματίες της πολιτικής επικοινωνίας δεν θα μπορούσαν να σχεδιάσουν τόσο αποτελεσματικά.

Η παραπάνω ερμηνεία, κατά την άποψη μου, θα αρκούσε να μιλήσουμε για στρατηγική πολιτική τύφλωση.

Όμως είναι έτσι;

Μήπως υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση και ερμηνεία;

Η ελληνική πολιτική, τα τελευταία χρόνια, δεν οργανώνεται γύρω από μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες, αλλά γύρω από κατακερματισμένες δεξαμενές δυσαρέσκειας. Η κυριαρχία της ΝΔ δεν εδράζεται τόσο σε ιδεολογική ηγεμονία, όσο στην απουσία ενιαίας  εναλλακτικής πρότασης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε νέος παίκτης που απορροφά την κοινωνική αγανάκτηση χωρίς να μπορεί να τη μετατρέψει σε κυβερνητικό σχέδιο, λειτουργεί αντικειμενικά, ως παράγοντας σταθεροποίησης του συστήματος.

Υπό αυτή την έννοια, η Καρυστιανού μπορεί να είναι ο «τέλειος» αντίπαλος. Αρκετά ισχυρή για να συγκινεί και αρκετά έξω από τη θεσμική πολιτική για να δυσκολεύεται να συγκροτήσει πλειοψηφικό μπλοκ εξουσίας. Ένας τέτοιος αντίπαλος δεν απειλεί την κυβέρνηση αλλά διασπά περαιτέρω την αντιπολίτευση. Δεν αφαιρεί εξουσία από την κορυφή αλλά αφαιρεί συνοχή από τα κάτω.

Εδώ ίσως βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της στιγμής. Το ίδιο πολιτικό σύστημα που, επιφανειακά, μοιάζει να την πολεμά, μπορεί , συνειδητά ή όχι,  να επωφελείται από την ύπαρξή της. Διότι όσο η κοινωνική δυσαρέσκεια διαχέεται σε πολλαπλά, μη συντονισμένα σχήματα, τόσο η κυριαρχία της ΝΔ παραμένει ασφαλής χωρίς να χρειάζεται πραγματική κοινωνική πλειοψηφία.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Καρυστιανού έχει κοινωνική απήχηση. Αυτό είναι δεδομένο και μη αμφισβητήσιμο. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπερβεί τον ρόλο που της αποδίδει το ίδιο το σύστημα. Τον ρόλο της ισχυρής αλλά ακίνδυνης διαμαρτυρίας. Αν παραμείνει στο πεδίο της ηθικής σύγκρουσης χωρίς θεσμικό σχέδιο, τότε, παρά τις προθέσεις της, θα έχει λειτουργήσει ως μέρος του μηχανισμού που συντηρεί την πολιτική στασιμότητα.

Η «νέα μεταπολίτευση» που υποσυνείδητα αναζητά η κοινωνία, μάλλον δεν θα έρθει αν συνεχίζουμε να επιτρέπουμε το σύστημα να τρέφεται από την ίδια την κρίση του.

Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών