Η Ουκρανία παραμένει και αυτό το φθινόπωρο στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, μετά από ακόμη ένα επικοινωνιακό σίριαλ που αυτήν τη φορά διήρκεσε επτά μήνες.

Από τον τσακωμό Τραμπ-Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, μέχρι τη θερμή υποδοχή που επιφύλαξε ο Αμερικανός πρόεδρος στον Πούτιν και το «νίπτω τας χείρας μου» που υποδήλωσε ο ίδιος περίπου έναν μήνα μετά, τα συναισθήματα στις τάξεις του Συνασπισμού των Προθύμων εναλλάσσονταν μεταξύ ζενίθ και ναδίρ.

Σ’ έναν πόλεμο, είθισται ν’ αναπτύσσονται αφηγήματα που εξυπηρετούν σκοπούς, στόχους κι ενίοτε σκοπιμότητες.

Ένα αφήγημα που έχει αναπτυχθεί από τη νυν ηγεσία της ΕΕ και το οποίο έχει ενισχυθεί τόσο που γεννάται το ερώτημα εάν πλέον δύναται να το εγκαταλείψει ή αν έχει αυτο-εγκλωβιστεί, ηθελημένα η μη, σ’ έναν μονόδρομο.

Πρόκειται για τη σύνδεση της στρατηγικής ήττας της Ρωσίας στην Ουκρανία με τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης, που πλέον μοιάζει άρρηκτη.

Διότι όταν θέτεις υπαρξιακό ζήτημα κι εν συνεχεία αναπαράγεις σε ολοένα και πιο δραματικούς τόνους μια επιχειρηματολογία που κάνει ολοένα και πιο αληθοφανή τον υποτιθέμενο κίνδυνο, τότε κλείνεις κάθε έξοδο προς άλλον προορισμό.

Και το «τέλος», εν προκειμένω, είναι η στρατηγική ήττα της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Όπερ σημαίνει ότι το σενάριο να γίνουμε μάρτυρες σπονδών ακόμη και στο μακρινό μέλλον, ενδέχεται να μην είναι φανταστικό