
Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται για τρίτη χρονιά και τίποτα δεν δείχνει ότι θα σταματήσει το επόμενο διάστημα. Όσο απτόητη παραμένει η ρωσική πολεμική μηχανή, τόσο ενισχύεται η πολεμοχαρής διάθεση στις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, τονίζουν ότι οι Ρώσοι πρέπει να ηττηθούν, υποστηρίζοντας ένθερμα μια ενεργή στρατιωτική παρουσία δυτικών δυνάμεων στην Ουκρανία.
Πέρα από τον γενικό πολεμικό ενθουσιασμό και τις πολεμικές βιομηχανίες που δέχονται τις γενναιόδωρες παροχές από τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς για την άμυνα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να παρερμηνευθεί η ισχύς του εχθρού.
Η πιο επίμονα λανθασμένη εκτίμηση της ΕΕ μέχρι τώρα ήταν ότι η ρωσική οικονομία ήταν αδύναμη και θα κατέρρεε σχετικά γρήγορα υπό τις βάρος των κυρώσεων. Μάλιστα, από την έναρξη του πολέμου, η ρωσική οικονομία έχει αναπτυχθεί περισσότερο από όλες τις οικονομίες της G7.
Τα οικονομικά δεδομένα είναι εκείνα που θα καθορίσουν την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Τα χρήματα για το Κίεβο έχουν στερέψει. Χωρίς τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμο μόνοι τους. Η ιδέα ότι η λεγόμενη Δύση -και ειδικότερα η Ευρώπη, το μικρότερο μέρος του διπολικού μας κόσμου-θα μπορέσει να υπερισχύσει ή να επιβιώσει σε αυτούς τους συσχετισμούς δύναμης αποτελεί μια σοβαρή πλάνη.