
«Καμπανάκι» κινδύνου κρούουν οι επιστήμονες για το φαινόμενο ξήρανσης των ελάτων, φαινόμενο που παρατηρείται έντονα και στο ελατοδάσος της Δίβρης.
Το θέμα αναδεικνύει η εφημερίδα «Καθημερινή» αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι το φαινόμενο οφείλεται στη δραματική και ραγδαία μεταβολή των βιοκλιματικών ζωνών της χώρας, προς το θερμότερο και το ξηρότερο, λόγω της κλιματικής αλλαγής.
«Η ξήρανση των δασών μεγάλων υψομέτρων (ελάτη, μαύρη πεύκη κ.λπ.) δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο, ούτε κάτι το οποίο δεν είχε προβλεφθεί», λέει ο Παναγιώτης Δημόπουλος, καθηγητής στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και πρόεδρος της Ελληνικής Βοτανικής Εταιρείας. «Ξηράνσεις στα δάση ψυχρόβιων κωνοφόρων στην Πελοπόννησο και αλλού έχουν συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, ήδη από τη δεκαετία του ’60. Τα δάση κατάφεραν μέχρι σήμερα να επανέλθουν, τόσο φυσικά, όσο και με τις ενεργές διαχειριστικές παρεμβάσεις της επιχειρησιακά παντοδύναμης κατά το παρελθόν δασικής υπηρεσίας. Παρ’ όλα αυτά, οι ξηράνσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τη φετινή χρονιά, όπου ολόκληρα ορεινά μεσογειακά ή ψυχρόβια δάση κωνοφόρων εμφανίζονται σχεδόν πλήρως ξηραμένα, σε διάφορα βουνά της Ελλάδας, είναι απογοητευτικές τόσο ως εικόνα, όσο και γιατί μας κάνουν να αναλογιζόμαστε τους λόγους που φτάσαμε ως εδώ».
Η μελέτη
Σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, οι αιτίες δεν είναι πλέον περιστασιακές. «Η κλιματική αλλαγή είναι παρούσα εδώ και πολλά χρόνια και μάλιστα πολύ καλά τεκμηριωμένη σε σχέση με την πιθανή εξέλιξή της, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει στη βλάστηση και γενικά στο περιβάλλον (καλλιέργειες, υδατικούς πόρους, πυρκαγιές). Σε πρόσφατη έρευνα για την Ελλάδα που προέκυψε από τη συνεργασία του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου Πατρών, τεκμηριώνεται η δραματική και ραγδαία μεταβολή των βιοκλιματικών ζωνών της χώρας προς πιο θερμές και ξηρές ζώνες, γεγονός που συνεπάγεται ότι ορισμένα είδη φυτών και τύποι οικοσυστημάτων ήδη δέχονται ανελέητες περιβαλλοντικές πιέσεις, στις οποίες αδυνατούν να προσαρμοστούν, αποτέλεσμα των οποίων είναι σε μεγάλο βαθμό και οι παρατηρούμενες ξηράνσεις».
«Έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι το εδαφικό νερό, αυτό που έχει στη διάθεσή του το φυτό, χάνεται πλέον ολοένα και πιο γρήγορα», λέει ο κ. Γιάννης Κόκκορης, δασολόγος και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας του Πανεπιστημίου Πατρών. «Περαιτέρω η μείωση των χιονοπτώσεων περιορίζει την ταμίευση νερού στον υδροφόρο ορίζοντα, άρα και την παροχή των πηγών. Ολες αυτές οι μεταβολές συμβαίνουν γρήγορα και πολλά δέντρα δεν προλαβαίνουν να προσαρμοστούν».
Πώς εκτιμούν οι επιστήμονες ότι θα εξελιχθεί η κατάσταση; «Για τα ψυχρόβια δάση κωνοφόρων των μέσων και μεγάλων υψομέτρων (κυρίως η ελάτη και η μαύρη πεύκη που καταλαμβάνουν τις εκτενέστερες επιφάνειες) υπάρχουν δύο σενάρια», επισημαίνει ο κ. Δημόπουλος. «Ή θα οδηγηθούν στην ξήρανση (λόγω έλλειψης ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων –βροχή, χιόνι, χαλάζι κ.ά. και κατάλληλων θερμοκρασιών ή/και δευτερογενών προσβολών) και σταδιακά στην αντικατάστασή τους από πιο ανθεκτικά στην ξηρασία και στη θερμοκρασία είδη. Ή θα γίνουν “θύματα” πυρκαγιών (και πιθανότητα μεγα-πυρκαγιών, λόγω της έκτασης, του αναγλύφου και της διαθέσιμης καύσιμης ύλης), με σχεδόν αδύνατη τη φυσική τους αναγέννηση, αφού αποτελούνται από είδη μη προσαρμοσμένα στην πυρκαγιά. Πρόσφατο παράδειγμα η μεγάλη πυρκαγιά στον Φενεό».
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι υπό τις συνθήκες αυτές, η ενίσχυση του ρόλου των δασικών υπηρεσιών είναι κρίσιμη. «Με δεδομένη την εγκατάλειψη της υπαίθρου αλλά και της κτηνοτροφίας, τα δάση μας δεν καθαρίζονται από τα νεκρά δέντρα. Είναι λοιπόν σημαντικό να παρέμβουν οι δασικές υπηρεσίες με επαρκή χρηματοδότηση, εφαρμόζοντας μέτρα διαχείρισης. Βέβαια, οι δασικές υπηρεσίες είναι εδώ και χρόνια αποδυναμωμένες και αυτό επηρεάζει τις δυνατότητες που έχουν για παρέμβαση», εκτιμά ο κ. Κόκκορης.