
Η στεγαστική κρίση διαρκεί ήδη από το 2021, χωρίς ακόμη να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της. Οι τιμές αγοράς κατοικιών και ενοικίων εκτοξεύτηκαν την τελευταία πενταετία, ενώ την ίδια περίοδο το πραγματικό εισόδημα του εισοδηματικά κατώτερου 60% των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων μειωνόταν από την ακρίβεια, που βρέθηκε και αυτή να «καλπάζει» παράλληλα με τις τιμές κατοικιών και ενοικίων.
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο ήταν τα λαϊκά νοικοκυριά, ιδιαίτερα αυτά που ζουν στο νοίκι, τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, οι οικογένειες με φοιτητές που σπουδάζουν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, τα νέα ζευγάρια που θέλουν να κάνουν οικογένεια, να αντιμετωπίζουν συνθήκες οξείας στεγαστικής κρίσης.
Ύστερα από κυβερνητικούς πειραματισμούς και μέτρα που «τάισαν» την αγορά οξύνοντας το πρόβλημα (προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» κ.λπ.), η κυβέρνηση αποδέχτηκε καταρχήν την προφανή ιδέα ότι πρέπει να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών με κατασκευή νέων κατοικιών. Παρ’ όλη όμως την αναφορά στις έννοιες «κοινωνική αντιπαροχή» και «κοινωνική κατοικία», το Δημόσιο είναι και σε αυτήν την περίπτωση ο κομπάρσος ενώ η αγορά έχει τον πρώτο λόγο.
Ο λόγος είναι η πάγια επιλογή της κυβέρνησης να καταφεύγει για τη λύση όλων των προβλημάτων στην αγορά. Με στόχο να μη συμβάλει ο κρατικός προϋπολογισμός στο όλο πρόγραμμα (παρ’ όλο που στας εορτάς και σε κάθε ΔΕΘ ανακοινώνονται «πακέτα» μέτρων επιδοματικού χαρακτήρα), τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του προγράμματος αποχρωματίζονται σε μεγάλο βαθμό