Κάθε χρόνο, οι φωτιές στην Ελλάδα δεν καταστρέφουν μόνο δάση και σπίτια, αλλά και την ψυχολογική ισορροπία χιλιάδων ανθρώπων. Όσοι βλέπουν τις γειτονιές τους να παραδίδονται στις φλόγες βιώνουν μια αίσθηση οδύνης που οι ειδικοί αποκαλούν «σολασταλγία». Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή θλίψης που γεννιέται όταν τα μέρη με τα οποία είμαστε δεμένοι – το σπίτι μας, οι κοινότητες, οι δασικές εκτάσεις γύρω μας – αλλάζουν ή χάνονται εξαιτίας μιας καταστροφής.

Η σολασταλγία, όπως περιγράφεται σε επιστημονικές μελέτες, αφορά τη διάρρηξη της σχέσης μας με τον τόπο όπου ζούμε. Όταν το περιβάλλον μας καταστρέφεται, δεν επηρεαζόμαστε μόνο πρακτικά, αλλά και βαθιά ψυχολογικά: διαταράσσεται η αίσθηση ασφάλειας, ταυτότητας και ανήκειν.

Ο όρος επινοήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από τον Αυστραλό φιλόσοφο Glenn Albrecht, συνδυάζοντας το λατινικό solacium (παρηγοριά) με την ελληνική λέξη «άλγος» (πόνος).

Συχνά περιγράφεται και ως «κλιματικό άγχος», καθώς η ψυχική μας υγεία αποδεικνύεται άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σταθερότητα του φυσικού περιβάλλοντος.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ότι η αιτία του πόνου —η καταστροφή του περιβάλλοντος— δεν μπορεί να αναιρεθεί. Δεν υπάρχει «γρήγορη λύση», όμως η αναγνώριση και η συζήτηση γύρω από αυτά τα συναισθήματα αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς την ανακούφιση.

Με την κλιματική κρίση να γίνεται ολοένα πιο έντονη, η σολασταλγία εμφανίζεται όλο και πιο συχνά. Οι φωτιές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο στάχτη· αφήνουν και μια σιωπηλή ψυχική πληγή, υπενθυμίζοντας πόσο άρρηκτα δεμένοι είμαστε με τον τόπο και το περιβάλλον μας.