Υπάρχουν δύο Ελλάδες που συνυπάρχουν στο ίδιο γεωγραφικό σύνορο, αλλά λειτουργούν σε διαφορετικές ταχύτητες, σχεδόν σε παράλληλους χρόνους. Η μία είναι η Ελλάδα της  υπερπόλης που συγκεντρώνει σχεδόν τον μισό πληθυσμό της χώρας, το σύνολο της πολιτικής εξουσίας, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας και των ακαδημαϊκών ευκαιριών.

Και υπάρχει και η άλλη Ελλάδα. Η Ελλάδα της περιφέρειας, της υπαίθρου, των νησιών. Μια Ελλάδα που αργοσβήνει, συρρικνώνεται δημογραφικά, αποδυναμώνεται οικονομικά και νιώθει εγκαταλελειμμένη από το κράτος-κεφαλή της Αθήνας.

Τα δημογραφικά στοιχεία είναι αδιάψευστα και αποκαλύπτουν μια διαδικασία εσωτερικής αιμορραγίας. Χωριά ολόκληρα ερημώνουν, με τους νέους να μεταναστεύουν στην Αθήνα ή το εξωτερικό, αφήνοντας πίσω έναν γηρασμένο πληθυσμό.

Η γεφύρωση αυτού του χάσματος δεν μπορεί να γίνει με αποσπασματικά μέτρα και επιδοματικές πολιτικές που απλώς συντηρούν την εξάρτηση. Απαιτείται ένα νέο εθνικό όραμα, μια νέα συμφωνία μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, που θα στηρίζεται σε τρεις τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η συζήτηση για την ανασυγκρότηση της περιφέρειας δεν αφορά μια επιμέρους πολιτική, αλλά τον θεμέλιο λίθο του εθνικού μας οικοδομήματος. Μια Ελλάδα που ευημερεί μόνο στην πρωτεύουσά της είναι ένας κολοσσός με πήλινα πόδια, καταδικασμένος να καταρρεύσει στον πρώτο ισχυρό κλονισμό.

Η επιλογή για μια δίκαιη κοινωνία ταυτίζεται απόλυτα με το χτίσιμο μιας πατρίδας ολόκληρης, όχι μισής• μιας χώρας όπου η ευκαιρία δεν θα είναι προνόμιο της γεωγραφίας.