Σε μια σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα, όταν υπάρχουν ενδείξεις για σοβαρό ποινικό αδίκημα, ξεκινά ανακριτική διαδικασία. Εξετάζονται τα δεδομένα, διαπιστώνεται αν υπάρχει ευθύνη και, αν επιβεβαιωθεί, επιβάλλονται κυρώσεις.

Στόχος δεν είναι μόνο η τιμωρία, αλλά και η εμπέδωση του κράτους Δικαίου. Σε μια τέτοια χώρα, οι θεσμοί δεν λειτουργούν ως πλυντήριο εγκλημάτων και διαφθοράς, ούτε η δικαιοσύνη εκχωρείται στη διακριτική ευχέρεια του κυβερνώντος κόμματος.

Καθ’ ημάς, όμως, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αντιμετωπίστηκε έτσι. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατονόμασε δύο πρώην υπουργούς,  ως πιθανά εμπλεκόμενους σε ανοχή, αν όχι υποκίνηση, υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Έστειλε τον φάκελο στη Βουλή, προσδοκώντας τα προβλεπόμενα. Αντ’ αυτού, η πλειοψηφία αποφάσισε να μην ελέγξει τίποτα επί της ουσίας. Αντί για ανάκριση, μας προσφέρθηκε -μέσω Εξεταστικής Επιτροπής- μία  πολιτικο-φιλοσοφική κουβέντα για τις «παθογένειες του συστήματος» και της χώρας.

Αν η κυβέρνηση θέλει να βρει τις παθογένειες, ας κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη.