
Καταπέλτης ο Συνήγορος του Πολίτη
Ενστάσεις για τον τρόπο καταβολής των επιδομάτων ανεργίας και μητρότητας μέσω προπληρωμένων καρτών διατύπωσε ο Συνήγορος του Πολίτη, με επίσημη επιστολή προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως.
Στην επιστολή, ο Συνήγορος μεταφέρει πλήθος καταγγελιών από πολίτες, οι οποίοι διαμαρτύρονται ότι αδυνατούν να κάνουν ελεύθερη χρήση του επιδόματος, εξαιτίας των περιορισμών που επιβάλλει το νέο καθεστώς.
Ειδικότερα, οι άνεργοι πολίτες υποστηρίζουν ότι αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο, δόσεις δανείων, κοινόχρηστα ή να στηρίξουν οικονομικά συγγενικά πρόσωπα, αφού δεν είναι δυνατή η μεταφορά χρημάτων από την κάρτα σε τραπεζικό λογαριασμό, ούτε η ανάληψη πέραν του 50% του ποσού.
Ο νόμος 5078/2023 και η ΚΥΑ 3511/12-03-2025, που ρυθμίζουν το νέο πλαίσιο, προβλέπουν πως το ήμισυ κάθε επιδόματος πρέπει να δαπανάται αποκλειστικά μέσω προπληρωμένης κάρτας, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα ρευστοποίησης ή ελεύθερης διάθεσης των ποσών από τους δικαιούχους.
Ο Συνήγορος του Πολίτη επικαλείται στην επιστολή του, τη συνταγματική προστασία της κοινωνικής ασφάλισης και της ελευθερίας της προσωπικής ανάπτυξης και οικονομικής δράσης των πολιτών. Επισημαίνει ότι τέτοιου είδους περιορισμοί, αν και επιτρέπονται, δεν πρέπει να θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων και πρέπει να είναι αναλογικοί και πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Συνήγορος τονίζει πως η εφαρμογή της προπληρωμένης κάρτας δεν φαίνεται να αποτελεί αναγκαίο ή αποτελεσματικό μέτρο για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και ζητά την άμεση αναθεώρηση του καθεστώτος.
Προτείνει δε, τη λήψη νομοθετικής ή κανονιστικής πρωτοβουλίας, ώστε να αποκατασταθεί η δυνατότητα των δικαιούχων να χρησιμοποιούν τα επιδόματα για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών τους, χωρίς περιορισμούς που τους στερούν το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Συγκεκριμένα, ο Συνήγορος του Πολίτη επικαλείται το Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει στο άρθρο 22 παρ. 5: «Tο Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.»
Το επίδομα ανεργίας και γονικής άδειας και οι παροχές μητρότητας συνιστούν ασφαλιστικές παροχές όπως αυτό απορρέει τόσο από την οικεία νομοθεσία, όσο και από την σχετική νομολογία του ΣτΕ.
Κατά το Ανώτατο Ακυρωτικό, εφόσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος αποκτά, κατ’ αρχήν, αξίωση έναντι του ασφαλιστικού φορέα να του χορηγήσει παροχή, η οποία, χωρίς να απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως σε καταβληθείσες εισφορές του ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, όσο το δυνατό εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου (είδος συλλογικής ανταποδοτικότητας).
Κατά τούτο οι ασφαλιστικές παροχές του επιδόματος ανεργίας και των ποσών μητρότητας έχουν ουσιωδώς όμοια νομική φύση με την σύνταξη (που χορηγείται με την επέλευση κάθε φορά του αντίστοιχου κινδύνου όπως π.χ. η σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας) και συνεπώς συνιστούν νόμιμα μέσα για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ελεύθερη συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η προστασία της προσωπικότητας έχει αναχθεί σε ιδιαίτερο δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου ΑΚ 57, ενώ η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και η ελευθερία των συμβάσεων, δυνάμει του άρθρου ΑΚ 361. Η τελευταία επιτρέπει στο κάθε πρόσωπο να ρυθμίζει μόνο του τις περιουσιακές και προσωπικές σχέσεις του κατά τον τρόπο που ανταποκρίνεται στην προτίμησή του.