Όταν οι λέξεις περνούν τα σύνορα: Η ελληνική γλώσσα ως “εξαγωγικό προϊόν” στην τουρκική

Η εικόνα είναι γνώριμη: συζητήσεις για τις πολλές τουρκικές λέξεις που έχουν περάσει στην ελληνική καθημερινότητα. Από τα «κιόσκια» μέχρι τις «μαγκιές», ο γλωσσικός δανεισμός από τα τουρκικά προς τα ελληνικά έχει μελετηθεί ευρέως. Ωστόσο, η λιγότερο γνωστή πλευρά αυτής της αμφίδρομης σχέσης αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο: τη σημαντική επιρροή της ελληνικής στη διαμόρφωση της τουρκικής γλώσσας.

Μια ενδιαφέρουσα καταγραφή που δημοσιεύτηκε παλαιότερα στο site constantinoupoli.com, βασισμένη σε στοιχεία του Ιδρύματος Τουρκικής Γλώσσας του 1998, φέρνει στο φως ένα πλήθος γλωσσικών επιρροών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, 382 ελληνικής προέλευσης ρίζες εντοπίζονται στο τουρκικό λεξιλόγιο — αριθμός καθόλου αμελητέος, ιδίως αν σκεφτούμε ότι συνυπάρχουν με 6455 αραβικές, 1361 περσικές και 4702 γαλλικές ρίζες.

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πότε μια λέξη είναι «δική μας» και πότε «ξένη»; Οι γλωσσολόγοι συμφωνούν πως τα σύνορα δεν είναι πάντα σαφή. Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούνται τόσο στα ελληνικά όσο και στα τουρκικά μπορεί να προέρχονται από τρίτη γλώσσα – με την ιταλική να είναι συχνά ο «κοινός δανειστής». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λέξη salata (σαλάτα), που απαντά τόσο στα ελληνικά όσο και στα τουρκικά, αλλά έχει ιταλική ρίζα.

Η γλωσσική ταυτότητα τέτοιων λέξεων γίνεται πεδίο διεκδίκησης. Καθώς μια λέξη περνά από τη μία γλώσσα στην άλλη, μερικές φορές μεταμορφώνεται ελαφρώς – μορφολογικά ή σημασιολογικά – όμως η προέλευσή της συχνά προκαλεί σύγχυση ή ακόμα και διαμάχη. Οι λέξεις «αλάργα», «καμέλια», «πορτοκάλι», «μανταρίνι», «ταράτσα», «καπάρο», «κορδέλα» είναι μόνο μερικά παραδείγματα όρων που έχουν κάνει διαδρομές μεταξύ ιταλικών, ελληνικών και τουρκικών, χωρίς να είναι πάντα ξεκάθαρο από ποιον “ξεκίνησαν”.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το φαινόμενο των επιστημονικών όρων ελληνικής προέλευσης που βρίσκονται στην τουρκική ορολογία μέσω γαλλικών ή άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών. Λέξεις με ελληνική ρίζα, όπως συμβαίνει σε τόσες επιστήμες, επιστρέφουν στην τουρκική – συχνά χωρίς ρητή αναγνώριση της ελληνικής τους καταγωγής.

Η γλωσσολογική ιστορία των Βαλκανίων και της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου μοιάζει με έναν πολύχρωμο χάρτη επιρροών, δανείων και ανταλλαγών. Η γλώσσα δεν είναι στατική, και η ταυτότητα μιας λέξης δεν ορίζεται πάντα από τα σημερινά σύνορα ή τις πολιτικές σκοπιμότητες. Όταν η επιστήμη επιχειρεί να αποκαλύψει αυτές τις διαδρομές, το σημαντικό είναι να τις μελετά χωρίς προκαταλήψεις. Γιατί όταν η ιστορική αλήθεια λογοκρίνεται, δεν υποφέρει μόνο η επιστήμη. Υποφέρει και ο πολιτισμός. 

Αναλυτικά:

A : α

abaküs = άβακας [αρχ. ελλ. άβαξ > γαλλ. abacus, abaque > τουρκ.].

abanoz = έβενος [αρχ. ελλ. > περσ. > τουρκ.].

abis = άβυσσος [αρχ. ελλ. άβυσσος > γαλλ. abysse > τουρκ.].

ablatya = είδος αλιευτικού διχτυού με μεγάλα “μάτια”, δηλ. μεγάλες θηλιές [νεοελλ. απλάδια, υποκορ. του επιθ. απλά > τουρκ.].

abli = απλή, σκοινί για το ανέβασμα ή κατέβασμα των πανιών πλοίου [νεοελλ. απλή > τουρκ. abli].

abuli = αβουλία [αρχ. ελλ. αβουλία > γαλλ. aboulie > τουρκ.].

açelya, açalya = αζαλέα [αντιδ. αρχ. ελλ. αζαλέος > αγγλ. azalea > νεοελλ. > τουρκ.].

adenit = αδενίτιδα [ελλ. > γαλλ. adénite> τουρκ.].

aerobik = αεροβική [αντιδ. αρχ. ελλ. αερόβιος > γαλλ. aérobique, αγγλ. aerobics > τουρκ., νεοελλ.].

aerodinamik = αεροδυναμική [ελλ. > γαλλ. aérodynamique > τουρκ.].

afazi = αφασία [αντιδ. αρχ. ελλ. άφατος > γαλλ. aphasie > τουρκ., νεοελλ.].

afi (argo) = επίδειξη, φιγούρα [αρχ. ελλ. αφή > τουρκ.].

afoni = αφωνία [αρχ. ελλ. αφωνία > γαλλ. aphonie > τουρκ.].

aforoz, aforizm, aforizma = αφορισμός [αρχ. ελλ. αφορισμός > γαλλ. aphorism > τουρκ.].

aft = άφθα, άφτρα [αρχ. ελλ. άφθα > γαλλ. aphte > τουρκ.].

aftos (argo) = εραστής-ερωμένη [αρχ. ελλ. αυτός > τουρκ.].

afyon = αφιόνι [αντιδ. μετγν. ελλ. όπιον > τουρκ. afyon > μεσν. ελλ. αφιόνιον > νεοελλ. αφιόνι].

afyonkeş = ο χρήστης αφιονιού [νεοελλ. αφιόνι + περσ. –keş > τουρκ.].

agnosi, agnozi = αγνωσία, άγνοια [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωτος > γαλλ. agnosie > τουρκ., νεοελλ.].

agnostisizm = αγνωστικισμός [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωστος > γαλλ. agnosticisme > τουρκ., νεοελλ.].

agora = αρχαία ελληνική αγορά [αρχ. ελλ. αγορά > τουρκ.].

agorafobi = αγοραφοβία [ελλ. > γαλλ. agoraphobie > τουρκ.].

agrafi = αγραφία [ελλ. > γαλλ. agraphie > τουρκ.].

agronomi = αγρονομία [νεοελλ. > γαλλ. agronomie > τουρκ.].

ahır = αχούρι [αντιδ. αρχ. ελλ. άχυρον > περσ. > τουρκ. ahır > μεσν. ελλ. αχούριον > νεοελλ. αχούρι. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].

ahlat = άγριο αχλάδι, αγριαχλαδιά [μεσν. ελλ. αχλάδιον > τουρκ.].

ahtapot = χταπόδι [αρχ. ελλ. οκτάπους > μετγν. ελλ. οκταπόδιον > τουρκ.].

akademi = ακαδημία [αρχ. ελλ. > γαλλ. académie > τουρκ.].

akademisyen = ακαδημαϊκός, οπαδός του Πλάτωνος [αρχ. ελλ. ακαδημία + γαλλ. –cien > γαλλ. académicien > τουρκ.].

akademik = ακαδημαϊκός [μετγν. ελλ. > γαλλ. académique > τουρκ.].

akasya = ακακία [αρχ. ελλ. > γαλλ. acacia > τουρκ.].

akkefal = είδος ψαριού του γλυκού νερού [τουρκ. ak + αρχ. ελλ. κεφαλή > τουρκ.].

akrobasi = ακροβασία [νεοελλ. > γαλλ. acrobatie > τουρκ.].

akrobat = ακροβάτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. acrobate > τουρκ.].

akrobatik = ακροβατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. acrobatique > τουρκ.].

akromatopsi = αχρωματοψία [ελλ. > γαλλ. achromatopsie > τουρκ.].

akromegali = ακρομεγαλία [ελλ. > γαλλ. acromégalie > τουρκ.].

akronim = ακρωνύμιο [ελλ. > αγγλ. acronym > τουρκ.].

akropol = ακρόπολη [αρχ. ελλ. ακρόπολις > γαλλ. acropole > τουρκ.].

akroştiş = ακροστιχίδα [μετγν. ελλ. ακροστιχίς > γαλλ. acrostiche > τουρκ.].

aks = άξονας τροχού [αρχ. ελλ. άξων > γαλλ. axe > τουρκ.].

aksiyom = αξίωμα (επιστ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. axiome > τουρκ.].

akson = άξων (ανατ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].

aktinit = γενική ονομασία ραδιενεργών στοιχείων [ελλ. ακτίνια > γαλλ. actinite > τουρκ.].

aktinoloji = ακτινολογία [ελλ. > γαλλ. actinologie > τουρκ.].

aktinolojik = ακτινολογικός [ελλ. > γαλλ. actinologique > τουρκ.].

aktinyum = ακτίνιο (χημ.) [ελλ. > αγγλ. actinium > τουρκ.].

akustik = ακουστική [αντιδ. αρχ. ελλ. ακουστικός > γαλλ. acoustique > τουρκ., νεοελλ.].

alay = πλήθος || στρατιωτική μονάδα [αρχ. ελλ. αλλαγή > μεσν. ελλ. αλλάγιον (= στρατιωτική μονάδα) > τουρκ.].

alegori = αλληγορία [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorie > τουρκ.].

alegorik = αλληγορικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorique > τουρκ.].

aleksi = αλεξία (= αδυναμία ανάγνωσης) [ελλ. > γαλλ. alexie > τουρκ.].

alerjen = αλλεργιογόνο [ελλ. > γαλλ. allergène > τουρκ.].

alerji = αλλεργία [ελλ. > γαλλ. allergie > τουρκ.].

alerjik = αλλεργικός [ελλ. > γαλλ. allergique > τουρκ.].

alotropi = αλλοτροπία [ελλ. > γαλλ. allothropie > τουρκ.].

alotropik = αλλοτροπικός [ελλ. > γαλλ. allotropique > τουρκ.].

amazon = αμαζόνα [αρχ. ελλ. Αμαζών > τουρκ.].

ambar = αμπάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. εμπόριον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].

amblem = έμβλημα [μετγν. ελλ. > γαλλ. emblème > τουρκ.].

ametal = αμέταλλο [ελλ. > γαλλ. amétale > τουρκ.].

ametist = αμέθυστος (ημιπ. λίθος) [μετγν. ελλ. > γαλλ. améthyste > τουρκ.].

amfibi = αμφίβιος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amphibie > τουρκ.].

amfibol = αμφίβολο (ορυκτό) [ελλ. > γαλλ. amphibole > τουρκ.].

amfiteatr = αμφιθέατρο [μετγν. ελλ. > γαλλ. amphithéâtre > τουρκ.].

amfora = αμφορέας [αρχ. ελλ. αμφορεύς > γαλλ. amphore > τουρκ.].

amip = αμοιβάδα [αρχ. ελλ. αμοιβάς > γαλλ. amibe > τουρκ.].

amnezi = αμνησία [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. amnésie > τουρκ., νεοελλ.].

amniyon = άμνιο [αρχ. ελλ. αμνίον, άμνιον > τουρκ.].

amonyak = αμμωνία [αντιδ. μετγν. ελλ. αμμωνιακόν > λατ. ammoniacum > γαλλ. ammoniaque> τουρκ., νεοελλ.].

amorf = άμορφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amorphe > τουρκ.].

ampermetre = αμπερόμετρο [γαλλ. amper + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. ampèremètre > τουρκ.].

ampirik = εμπειρικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. empirique > τουρκ.].

ampirist = εμπειριστής [ελλ. > γαλλ. empiriste > τουρκ.].

ampirizm = εμπειρισμός [ελλ. > γαλλ. > empirisme > τουρκ.].

ampul = αμπούλα [αντιδ. αρχ. ελλ. αμφορέα > αμφορά(ν) > λατ. ampulla > γαλλ. ampoule > τουρκ., νεοελλ.].

amyant = αμίαντος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amiante > τουρκ.].

anabolizma = αναβολισμός [ελλ. > γαλλ. anabolisme > τουρκ.].

Anadolu = Ανατολή, Ανατολία [αρχ. ελλ. ανατολή > τουρκ.].

anaerobik = αναερόβιος [ελλ. > γαλλ. anaérobique > τουρκ.].

anafilaksi = αναφυλαξία [ελλ. > γαλλ. anaphylaxie > τουρκ.].

anafor = δίνη, αντίρρευμα || (μτφ.) φιλοδώρημα [αρχ. ελλ. αναφορά > νεοελλ. αναφόρι > τουρκ.].

anaforcu = ο επιδιώκων την απόκτηση αγαθών χωρίς κόπο [αρχ. ελλ. αναφορά + τουρκ. –cu > τουρκ.].

anagram = ανάγραμμα, λέξη που είναι προϊόν αναγραμματισμού [ελλ. > γαλλ. anagramme > τουρκ.].

anahtar = ανοιχτήρι, κλειδί [νεοελλ. ανοιχτήρι > τουρκ.].

anakronik = αναχρονιστικός [νεοελλ. > γαλλ. anachronique > τουρκ.].

anakronizm = αναχρονισμός [μεσν. ελλ. > γαλλ. anachronisme > τουρκ.].

analist = αναλυτής [νεοελλ. > γαλλ. analyste > τουρκ.].

analitik = αναλυτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. analytique > τουρκ.].

analiz = ανάλυση [αρχ. ελλ. > γαλλ. analyse > τουρκ.].

analjezi = αναλγησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analgésie > τουρκ.].

analjezik = αναλγητικός [αντιδ. αρχ. ελλ. αναλγησία > γαλλ. analgésique > νεοελλ., τουρκ.].

analoji = αναλογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analogie > τουρκ.].

analojik = αναλογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. analogique > τουρκ.].

anamnezi = ανάμνηση, ιστορικό ασθενούς [αρχ. ελλ. > γαλλ. anamnésie > τουρκ.].

anarşi = αναρχία, αναστάτωση [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchie > τουρκ.].

anarşişt = αναρχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchiste > τουρκ.].

anarşizm = αναρχισμός [ελλ. > γαλλ. anarchisme > τουρκ.].

anartri = αναρθρία [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anarthrie > τουρκ., νεοελλ.].

anason = γλυκάνισο [μετγν. ελλ. άνισον > τουρκ.].

anatomi = ανατομία [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > γαλλ. anatomie > τουρκ., νεοελλ.].

anatomik = ανατομικός [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > μετγν. ελλ. ανατομικός > γαλλ. anatomique > νεοελλ., τουρκ.].

anatomist = ανατόμος [νεοελλ. > γαλλ. anatomiste > τουρκ.].

anavaşya = η ανάβαση των αποδημητικών ψαριών από τη Μεσόγειο στον Ε. Πόντο, αντίθ. του katavaşya, βλ. λέξη [αρχ. ελλ. ανάβασις > μεσν. ελλ. αναβάσιον > τουρκ.].

andemi = ενδημία [μετγν. ελλ. > γαλλ. endémie > τουρκ.].

andemik = ενδημικός [ελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.].

andropoz = ανδρόπαυση [ελλ. > γαλλ. andropause > τουρκ.].

anekdot = ανέκδοτο [αντιδ. αρχ. ελλ. ανέκδοτος > γαλλ. anecdote > τουρκ., νεοελλ.].

anemi = αναιμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémie > τουρκ.].

anemik = αναιμικός [ελλ. > γαλλ. anémique > τουρκ.].

anemometre = ανεμόμετρο [ελλ. > γαλλ. anémomètre > τουρκ.].

anemon = ανεμώνη [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémone > τουρκ.].

anestezi = αναισθησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anesthésie > τουρκ.].

anesteziyolojik = αναισθησιολογικός [ελλ. > γαλλ. anesthésiologique > τουρκ.].

anevrizma = ανεύρυσμα [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anévrisme > τουρκ., νεοελλ.].

angarya = αγγαρεία [αρχ. ελλ. άγγαρος, περσ. αρχής > μετγν. ελλ. αγγαρεύω > μετγν. ελλ. αγγαρεία > τουρκ.].

anglofil = αγγλόφιλος [νεοελλ. > αγγλ. anglophile > τουρκ.].

anhidrit = ανυδρίτης [ελλ. > γαλλ. anhydrite > τουρκ.].

anjiyo, anjiyografi = αγγειογραφία [ελλ. > τουρκ.].

anjiyoloji = αγγειολογία (ανατ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. angiologie > τουρκ.].

ankiloz = αγκύλωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. ankylose > τουρκ.].

anofel = ανωφελής κώνωψ [αρχ. ελλ. ανωφελής > γαλλ. anophèle > τουρκ.].

anomali = ανωμαλία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anomalie > τουρκ.].

anonim = ανώνυμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. anonyme > τουρκ.].

anorganik = ανόργανος [μετγν. ελλ. > γαλλ. anorganique > τουρκ.].

anot = άνοδος (θετικό ηλεκτρόδιο) [αρχ. ελλ. > γαλλ. anode > τουρκ.].

ansefalit = εγκεφαλίτιδα [ελλ. > γαλλ. encéphalite> τουρκ.].

ansiklopedi = εγκυκλοπαίδεια [αντιδ. μετγν. ελλ. εγκυκλοπαιδεία > γαλλ. encyclopédie > τουρκ., νεοελλ.].

ansiklopedik = εγκυκλοπαιδικός [ελλ. > γαλλ. encyclopédique > τουρκ.].

ansiklopedist = εγκυκλοπαιδιστής [ελλ. > γαλλ. encyclopédiste > τουρκ.].

antagonist = ανταγωνιστής [αρχ. ελλ. > γαλλ. antagoniste > τουρκ.].

antagonizm, antagonizma = ανταγωνισμός [νεοελλ. > γαλλ. antagonisme > τουρκ.].

antarktik = ανταρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. antarctique > τουρκ., νεοελλ.].

anterit = εντερίτιδα [ελλ. > γαλλ. entérite > τουρκ.].

antibiyotik = αντιβιοτικός [ελλ. > γαλλ. antibiotique > τουρκ.].

antidemokratik = αντιδημοκρατικός [νεοελλ. > γαλλ. anti-démocratique > τουρκ.].

antihijyenik = ανθυγιεινός [νεοελλ. > γαλλ. antihygiénique > τουρκ.].

antijen = αντιγόνο [ελλ. > γαλλ. antigène > τουρκ.].

antikiklon = αντικυκλώνας [ελλ. > γαλλ. anticyclone > τουρκ.].

antikor = αντίσωμα [αρχ. ελλ. αντί + γαλλ. kor (corps) > τουρκ. antikor].

antilop = αντιλόπη [αντιδ. μεσν. ελλ. ανθόλοψ > γαλλ. antilope > τουρκ., νεοελλ.].

antinomi = αντινομία [μετγν. ελλ. > γαλλ. antinomie > τουρκ.].

antipati = αντιπάθεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. antipathie > τουρκ.].

antipatik = αντιπαθητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. antipathique > τουρκ.].

antisepsi = αντισηψία [ελλ. > γαλλ. antisepsie > τουρκ.].

antiseptik = αντισηπτικός [ελλ. > γαλλ. antiseptique > τουρκ.].

antitez = αντίθεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. antithèse > τουρκ.].

antitoksin = αντιτοξίνη [ελλ. > γαλλ. antitoxine > τουρκ.].

antoloji = ανθολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. anthologie > τουρκ.].

antrasit = ανθρακίτης [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anthracite > τουρκ., νεοελλ.].

antropoit = ανθρωποειδής [αρχ. ελλ. > γαλλ. anthropoïde > τουρκ.].

antropolog = ανθρωπολόγος [ελλ. > γαλλ. anthropologue > τουρκ.].

antropoloji = ανθρωπολογία [ελλ. > γαλλ. anthropologie > τουρκ.].

antropolojik = ανθρωπολογικός [ελλ. > γαλλ. anthropologique > τουρκ.].

antropomorfizm = ανθρωπομορφισμός [ελλ. > γαλλ. anthropomorphisme > τουρκ.].

antroposantrizm = ανθρωποκεντρισμός [ελλ. > γαλλ. anthropocentrisme > τουρκ.].

anyon = ανιόν [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anion > τουρκ., νεοελλ.].

aort = αορτή [αρχ. ελλ. > γαλλ. aorte > τουρκ.].

apokaliptik = αποκαλυπτικός [μεσν. ελλ. > γαλλ. apocalyptique > τουρκ.].

apokrif = απόκρυφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apocryphe > τουρκ.].

apostrof = απόστροφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apostrophe > τουρκ.].

apoşi = απόχη [μετγν. ελλ. υποχή > μεσν. ελλ. απόχη > τουρκ.].

apraksi = απραξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. apraxie > τουρκ.].

apsent = αψέντι [αντιδ. αρχ. ελλ. αψίνθιον > γαλλ. apsinthe > τουρκ., νεοελλ.].

apsis (μαθ.) = αψίδα [αρχ. ελλ. > γαλλ. abcisse > τουρκ.].

apukurya = αποκριά [νεοελλ. > τουρκ.].

araka = αρακάς [αρχ. ελλ. άρακος > τουρκ.].

araşit = αραχίδα, είδος φιστικιάς [πιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. αραχίδνα > γαλλ. arachide > τουρκ., νεοελλ. αραχίδα].

areometre = αραιόμετρο [ελλ. > γαλλ. aréomètre > τουρκ.].

argon = αργόν (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. αργός > γαλλ. argon > τουρκ., νεοελλ.].

argonot = αργοναύτης (είδος μαλακόστρακου) [αρχ. ελλ. > γαλλ. argonaute > τουρκ.].

aristoculuk = αριστοτελισμός [αρχ. ελλ. αριστο– + τουρκ. –culuk > τουρκ.].

aristokrasi = αριστοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratie > τουρκ.].

aristokrat = αριστοκράτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. aristocrate > τουρκ.].

aristokratik = αριστοκρατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratique > τουρκ.].

aristokratlık = αριστοκρατικότητα [μετγν. ελλ. αριστοκράτης + τουρκ. –lık > τουρκ.].

aritmetik = αριθμητική [αρχ. ελλ. > γαλλ. arithmétique> τουρκ.].

aritmi = αρρυθμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmie > τουρκ.].

aritmik = άρρυθμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmique > τουρκ.].

arkaik = αρχαϊκός [αρχ. ελλ. > γαλλ. archaïque > τουρκ.].

arkaizm = αρχαϊσμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archaïsme > τουρκ.].

arkeolog = αρχαιολόγος [μεσν. ελλ. > γαλλ. archéologue > τουρκ.].

arkeoloji = αρχαιολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. archéologie > τουρκ.].

arkeolojik = αρχαιολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archéologique > τουρκ.].

arketip = αρχέτυπος [μετγν. ελλ. > γαλλ. archétype > τουρκ.].

arktik = αρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. αρκτικός > γαλλ. arctique > τουρκ., νεοελλ.].

armoni, harmoni = αρμονία [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.].

armonik = αρμονικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonique > τουρκ.].

armonyum = αρμόνιο [αντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > γαλλ. harmonium > νεοελλ., τουρκ.].

armuz = ο αρμός ανάμεσα στα ξύλα του καταστρώματος των πλοίων [αρχ. ελλ. αρμός > τουρκ.].

aroma = άρωμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. aroma > τουρκ.].

aromalı = αρωματισμένος [αρχ. ελλ. άρωμα + τουρκ. –lı > τουρκ.].

aromaterapi = αρωματοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. aromathérapie > τουρκ.].

aromatik = αρωματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. aromatique > τουρκ.].

arsen, arsenik = αρσενικό (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. arsenic > τουρκ.].

arşiv = αρχείο [αρχ. ελλ. > γαλλ. archives > τουρκ.].

arter = αρτηρία (ανατ.), μτφ. κεντρική λεωφόρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. artère > τουρκ.].

arterit = αρτηρίτιδα [ελλ. > γαλλ. artérite > τουρκ.].

artrit = αρθρίτιδα [αρχ. ελλ. αρθρίτις > γαλλ. arthrite > τουρκ.].

artroz = άρθρωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. arthrose > τουρκ.].

asbest = ασβέστης [αρχ. ελλ. άσβεστος > γαλλ. asbeste > τουρκ.].

asenkron&nbs