Η σύγκρουση ανάμεσα στην καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την θεμελιώδη αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Άρθρο του Γρηγόρη Κανέλλη

Φοιτητή Νομικής στο Université Sorbonne Paris Nord

Το θεμελιώδες αξίωμα ότι κάθε άνθρωπος έχει αναφαίρετα δικαιώματα απλώς και μόνο επειδή είναι άνθρωπος – λόγω της εγγενούς αξιοπρέπειάς του – δοκιμάζεται σκληρά όταν αντιπαραβάλλεται με τους πιο ειδεχθείς εγκληματίες και τις ακραίες περιστάσεις. Πώς εφαρμόζεται η οικουμενικότητα των δικαιωμάτων απέναντι σε έναν μαζικό δολοφόνο όπως ο Άντερς Μπρέιβικ ή σε τρομοκράτες που απειλούν την κοινωνία; Η διακήρυξη ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι σε αξιοπρέπεια και δικαιώματα» καλείται να αποδείξει την ισχύ της στα πιο δύσκολα πεδία.

Οι μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις στηρίζουν την αρχή πως ορισμένα δικαιώματα δεν γνωρίζουν εξαιρέσεις. Ο Ιμμάνουελ Καντ, με την κατηγορική προσταγή να αντιμετωπίζουμε κάθε άνθρωπο «πάντοτε ως σκοπό και ποτέ ως μέσο», θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης ηθικής αξίας κάθε προσώπου. Ακόμη και όποιος διαπράττει εγκλήματα, για τον Καντ παραμένει φορέας αξιοπρέπειας και δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε αντικείμενο. Ο Ρόναλντ Ντουόρκιν παρομοίως περιέγραψε τα δικαιώματα ως «άσσους» που υπερισχύουν του συλλογικού συμφέροντος, ακριβώς επειδή θεμελιώνονται στην ίση αξιοπρέπεια όλων. Κατά τη σκέψη του, ο νόμος χάνει τη νομιμοποίησή του εάν θεωρήσει ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερη προστασία. Έτσι, ακόμα και ο πιο μισητός κατηγορούμενος, δικαιούται βασικά δικαιώματα όπως δίκαιη δίκη και απαγόρευση βασανιστηρίων. Τέλος, ο Γιούργκεν Χάμπερμας τόνισε ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί θεμέλιο των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ότι η νομιμότητα του κράτους δικαίου προϋποθέτει τον σεβασμό κάθε προσώπου. Στο πλαίσιο της «διαλογικής» ηθικής του Χάμπερμας, ακόμη και εκείνοι που στρέφονται εναντίον της κοινωνίας πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φορείς δικαιωμάτων – αλλιώς ο ίδιος ο νόμος θα αρνιόταν τις ηθικές του βάσεις.

Οι αρχές αυτές ενσωματώθηκαν σε διεθνείς κανόνες δικαίου. Το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) απαγορεύει απόλυτα τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, χωρίς καμία εξαίρεση ακόμα και σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διακηρύξει ότι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας αποτελεί πεμπτουσία της Σύμβασης. Στην υπόθεση Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1996), το Δικαστήριο απέτρεψε την απέλαση υπόπτου τρομοκρατίας στην Ινδία λόγω κινδύνου βασανιστηρίων, τονίζοντας ότι η απαγόρευση του άρθρου 3 ισχύει «ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του θύματος». Με άλλα λόγια, το κράτος δεν επιτρέπεται να βασανίσει ούτε τον «χειρότερο εχθρό» του. Το άρθρο 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα ορίζει ότι κάθε άτομο που στερείται την ελευθερία του πρέπει να αντιμετωπίζεται με ανθρωπιά και σεβασμό στην εγγενή αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Η πρόκληση βέβαια αναδύεται έντονα σε περιόδους κρίσης. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι πιέσεις της διεθνούς τρομοκρατίας οδήγησαν ορισμένα κράτη σε πρακτικές που δοκίμασαν τα όρια του κράτους δικαίου. Οι Η.Π.Α., για παράδειγμα, δημιούργησαν το καθεστώς κράτησης στο Γκουαντάναμο και εφάρμοσαν «ενισχυμένες ανακρίσεις» σε υπόπτους, πρακτικές που επικρίθηκαν ως βασανιστήρια και κατάφωρη άρνηση δικαιωμάτων. Ωστόσο, ακόμη και εκεί οι θεσμοί αντέδρασαν: το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α., σε αποφάσεις όπως η Hamdi κατά Rumsfeld (2004) και η Boumediene κατά Bush (2008), έκρινε ότι ούτε ο λεγόμενος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας δεν δικαιολογεί την αναστολή των θεμελιωδών εγγυήσεων. Οι κρατούμενοι, ακόμη και ως «εχθρικοί μαχητές», διατηρούν το δικαίωμα να προσφεύγουν σε δικαστήριο (δικαίωμα habeas corpus) και να αμφισβητούν τη νομιμότητα της κράτησής τους. Με άλλα λόγια, η ανάγκη για ασφάλεια δεν μπορεί να εξαφανίσει το κράτος δικαίου.

Εξίσου σημαντική δοκιμασία της οικουμενικότητας αποτελεί ο τρόπος τιμωρίας των πλέον αποτρόπαιων εγκλημάτων. Το ερώτημα τίθεται αιχμηρά: διατηρεί ένας δολοφόνος ή τρομοκράτης το δικαίωμα στη ζωή και την ελπίδα ή το έχει απωλέσει με τις πράξεις του; Η σύγχρονη τάση στο δίκαιο των δικαιωμάτων απαντά ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν χάνονται. Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί στην Ευρώπη ως ασύμβατη με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου – το κράτος δεν νοείται να αφαιρεί εν ψυχρώ μια ζωή ως τιμωρία. Στη Νότιο Αφρική, η ιστορική απόφαση S v. Makwanyane (1995) ομοίως κατάργησε τη θανατική ποινή, θεμελιώνοντας ρητά την υπεροχή της αξίας της ζωής και της αξιοπρέπειας. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μέσω υποθέσεων όπως η Vinter κατά Ηνωμένου Βασιλείου (2013) έθεσε όρια ακόμη και στις ισόβιες καθείρξεις: έκρινε ότι μια ισόβια ποινή χωρίς καμία δυνατότητα μελλοντικής εξέτασης ή απολύσεως παραβιάζει το άρθρο 3, διότι στερεί από τον κρατούμενο το «δικαίωμα στην ελπίδα» και αντίκειται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ισοβίτης πρέπει οπωσδήποτε να αποφυλακίζεται, αλλά ότι το κράτος οφείλει να μην σβήνει εξαρχής κάθε προοπτική επανένταξης. Αναγνωρίζεται δηλαδή ότι ακόμη και ο πιο σκληρός εγκληματίας παραμένει άνθρωπος που μπορεί να μεταμεληθεί ή να βελτιωθεί.

Το παραπάνω σκεπτικό καθρεφτίζεται και στην περίπτωση του Άντερς Μπρέιβικ. Ο διαβόητος αυτός εγκληματίας κρατείται στη Νορβηγία σε συνθήκες μέγιστης ασφαλείας. Το 2016, δικαστήριο της Νορβηγίας έκρινε ότι η σχεδόν πλήρης απομόνωσή του στη φυλακή συνιστούσε απάνθρωπη μεταχείριση κατά το άρθρο 3 ΕΣΔΑ – επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και ο πιο μισητός κρατούμενος έχει δικαιώματα που το κράτος οφείλει να σεβαστεί. Η απόφαση αυτή κατέδειξε έμπρακτα την αρχή ότι ένα κράτος δικαίου δεν εκδικείται· αντίθετα, διατηρεί την ηθική του υπεροχή μεταχειριζόμενο ακόμα και τους εχθρούς του με ανθρωπιά και δικαιοσύνη.

Εν τέλει, η δύναμη της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων έγκειται στο ότι λειτουργεί ως ασπίδα για κάθε μέλος της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αναδεικνύεται έτσι σε αληθινά θεμελιώδη αξία. Η οικουμενικότητα των δικαιωμάτων και η αρχή της αξιοπρέπειας, μακριά από το να αντιφάσκουν, αποτελούν αλληλο-ενισχυόμενα ιδεώδη. Ακόμη και στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οφείλουμε να επιμένουμε σε αυτά, εξισορροπώντας τα με προσοχή εκεί όπου συγκρούονται επιφανειακά, ώστε η δικαιοσύνη να αποδίδεται χωρίς να προδώσουμε τις αξίες που τη θεμελιώνουν. Μόνον έτσι διασφαλίζεται ότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επεκτείνεται σε κάθε πρόσωπο, χωρίς να διαβρώνει τα ίδια τα δικαιώματα που η οικουμενικότητα έχει σκοπό να εγγυηθεί.

*Το πλήρες άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στο παρακάτω link

https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=5215750

Γρηγόρης Κανέλλης

Φοιτητής Νομικής

στο Université Sorbonne Paris Nord