Γράφει η Αστάθεια

Τι όμορφα που μεγαλώνεις…

Όταν τα δάχτυλα άγγιξαν το πρόσωπο της ωριμότητας

δυό παιδιά ξεχύθηκαν στα χωράφια με τα ηλιοτρόπια.

«Θυμάσαι τον ήλιο που έβγαινε από το βουνό;» ρώτησε το αγόρι.

«Φυσικά και θυμάμαι» απάντησε το κορίτσι.

Ήταν τότε που με την πρώτη αχτίνα και την πνοή του γεννήθηκε.

Το παρατημένο θαλασσόξυλο έγινε το κορίτσι,

που με αβέβαια βήματα,

ακολούθησε τα νεογέννητα χελωνάκια στην θάλασσα.

Και συ χόρτασες την αρχέγονη πείνα της

με πεταλίδες από τα βράχια,

ενώ το παιδί από το απέναντι νησί

έστελνε νότες με το κοχύλι

και οι περιπλανώμενοι με την σχεδία

γλεντούσαν με τσαμπούνες και ντέφια.

Το κορίτσι έγινε γυναίκα.

Επέστρεψε στην ασφάλεια της ενηλικίωσης της.

Στην σκιά του κόκκινου βράχου

δεν έκλαψε.

Οι λέξεις ξεκλείδωσαν.

Και ταξιδεύουν στην θάλασσα,

σε αντάμωση του.

*Δανεισμένο από την «Έρημη Χώρα» του T.S. Eliot, μετάφραση Γ. Σεφέρη.