Επισημάνσεις μελέτης της διαΝΕΟσις, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ


Πολυδιάστατη προσέγγιση με μέτρα ενίσχυσης της προσφοράς και ρύθμισης της ζήτησης καθίσταται επιβεβλημένη για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα.

Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου για την κοινωνική στέγαση, την αξιοποίηση του δημόσιου και ιδιωτικού ανενεργού κτιριακού αποθέματος, την αναθεώρηση των πολιτικών για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και την ενίσχυση των προγραμμάτων οικονομικής στήριξης για τα ευάλωτα νοικοκυριά.

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της στέγασης βρίσκεται στα πρώτα θέματα που απασχολούν σημαντική μερίδα των πολιτών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι για πολλά νοικοκυριά, η στέγαση απορροφά ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του μηνιαίου τους εισοδήματος, αφήνοντας λιγότερα χρήματα για άλλες βασικές ανάγκες.

Τα παραπάνω επισημαίνει η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, με συντονιστή τον Γενικό Διευθυντή του και καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκο Βέττα, και μελετητές τους Αντώνη Μαυρόπουλο, Κωνσταντίνα Αντωνοπούλου, Ηλία Βαλεντή, Γιώργο Γατόπουλο και Κωνσταντίνο Κόντο.

Υπό τον τίτλο «Η στέγαση στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές» η μελέτη επιχειρεί να χαρτογραφήσει με λεπτομέρεια το οξύ αυτό πρόβλημα και να προτείνει χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής. Αναδεικνύει τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτό, αλλά και τις ομάδες του πληθυσμού που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη.

Το πρόβλημα της στέγασης δεν έπεσε από τον ουρανό επισημαίνουν οι μελετητές. Συνδέεται με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, τις αλλαγές στην αγορά ακινήτων, την άνοδο του τουρισμού, τις ξένες επενδύσεις, αλλά και με το διαχρονικό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής στη χώρα. Παράλληλα, νέοι παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος κατασκευών, καθιστούν την κατάσταση ακόμη πιο πιεστική.

Η ένταση του στεγαστικού προβλήματος στην Ελλάδα αναδεικνύεται καθαρά από τα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία, η χώρα βρίσκεται στην πιο δυσχερή θέση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την πρόσβαση σε προσιτή στέγαση. Το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά για στεγαστικά έξοδα, που περιλαμβάνουν ενοίκια, στεγαστικό δανεισμό, δημοσιονομικά τέλη, και ενεργειακό κόστος, υπερβαίνει κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αγγίζοντας το 35,5% το 2024, σε σύγκριση με το 19,2% του μέσου όρου της ΕΕ. Και  βεβαίως αυτή η υπέρμετρη στεγαστική επιβάρυνση δεν επηρεάζει όλα τα νοικοκυριά με τον ίδιο τρόπο.

Καθώς οι αιτίες του προβλήματος έχουν εμπεδωθεί αρκετά στο δημόσιο διάλογο η «Ν» επιλέγει να επικεντρωθεί στις προτάσεις της διαΝΕΟσις οι οποίες δύναται να οργανωθούν σε 10 άξονες πολιτικής που «δένουν» μεταξύ τους και οδηγούν σε μια συνεκτική στεγαστική στρατηγική.

  1. Θεσμική επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής με εθνική στρατηγική. Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά. Απαιτείται ολιστική, μακροπρόθεσμη στρατηγική που να κατοχυρώνει θεσμικά την κοινωνική και προσιτή στέγαση και να καλύπτει το κενό που διευρύνθηκε μετά την κατάργηση του ΟΕΚ (Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας).
  2. Ενίσχυση του κεντρικού συντονισμού και της ικανότητας υλοποίησης. Ο φορέας που «τρέχει» τη στεγαστική πολιτική πρέπει να έχει σαφείς αρμοδιότητες. Να διαχειρίζεται τον προϋπολογισμό στέγασης, να σχεδιάζει πολιτικές, να συντονίζει τα προγράμματα κοινωνικής στέγασης και να τα αξιολογεί με τυποποιημένα δεδομένα, ώστε οι παρεμβάσεις να κρίνονται από αποτελέσματα και όχι από προθέσεις.
  3. Διαφάνεια και τεκμηρίωση μέσω ψηφιακών εργαλείων. Η ψηφιακή πύλη για τη στέγαση (stegasi.gov.gr) λειτουργεί ως κόμβος πληροφόρησης για τα νοικοκυριά και ενισχύει τη διαφάνεια, ενώ η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του ιδιοκτησιακού και στεγαστικού «χάρτη» της χώρας θεωρείται προϋπόθεση για να υπάρχει πραγματική εικόνα του αποθέματος, των αναγκών και των ελλείψεων ανά περιοχή.
  4. Επέκταση της προσφοράς με αξιοποίηση δημόσιας γης και ενεργό ρόλο του κράτους. Η προσφορά κατοικίας δεν μπορεί να αυξηθεί μόνο με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ο κεντρικός φορέας καλείται να αξιοποιεί δημόσια γη, να ανακαινίζει και να κατασκευάζει κατοικίες και να συνεργάζεται με την τοπική αυτοδιοίκηση, αξιοποιώντας και μοντέλα όπου μέρος του αποθέματος μπορεί να τυγχάνει διαχείρισης τοπικά.
  5. Ανάπτυξη κοινωνικών κατοικιών και συνεργασιών πέρα από το κράτος. Η δημιουργία κοινωνικού αποθέματος δεν χρειάζεται να περιορίζεται σε κρατική κατασκευή. Χρειάζεται και η δυνατότητα συμπράξεων με οικιστικούς συλλόγους και μη κερδοσκοπικούς φορείς για νέες κοινωνικές και ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες με ενοίκια χαμηλότερα από της αγοράς, αντλώντας πρακτικές από ευρωπαϊκά παραδείγματα.
  6. Επιτάχυνση της παραγωγής κατοικίας με απλούστευση διαδικασιών. Μέσω της ψηφιοποίησης και των θεσμικών αλλαγών, είναι σκόπιμο να απλοποιούνται η αδειοδότηση και ο πολεοδομικός σχεδιασμός για να επιταχύνονται οι κατασκευές, πάντα με σεβασμό στην περιβαλλοντική προστασία και στα ισχύοντα νομικά πλαίσια.
  7. Ρύθμιση της αγοράς ενοικίων με «έξυπνα» εργαλεία και παράλληλη ασφάλεια για τους ιδιοκτήτες. Ένα ευέλικτο πλαίσιο ελέγχου ενοικίων όπου υπάρχουν έντονες πιέσεις, με στόχο να αποφεύγονται απότομες μεταβολές, αλλά ταυτόχρονα κάθε κοινωνική ρύθμιση να συνοδεύεται από μέτρα που μειώνουν τον κίνδυνο για τους ιδιοκτήτες. Σε αυτό εντάσσεται ως ενδεδειγμένο εργαλείο ένα ταμείο ασφάλισης εκμισθώσεων, που θα καλύπτει περιπτώσεις αθέτησης πληρωμών, ζημιών ή δικαστικών εξόδων, χρηματοδοτούμενο από τον φόρο εισοδήματος από ενοίκια.
  8. Ανασχεδιασμός της ενίσχυσης των ενοικιαστών και πιο δίκαιη στόχευση των επιδομάτων. Η μελέτη θεωρεί αναγκαία την επανεξέταση του πλαισίου επιδότησης ενοικίου, ώστε να ανταποκρίνεται στο πραγματικό βάρος που σηκώνουν τα νοικοκυριά. Προτείνεται η δυνατότητα σύνδεσης του επιδόματος με το ποσοστό εισοδήματος που δαπανάται για στέγαση, με μηχανισμούς που αντιμετωπίζουν τη δυσκολία ακριβούς αποτύπωσης εισοδημάτων, αναφέροντας την εξέταση κατώτατων τεκμηρίων βάσει αντικειμενικών δεικτών. Στο ίδιο πνεύμα, επισημαίνεται η ανάγκη πιο ισορροπημένης κατανομής πόρων υπέρ των ενοικιαστών, που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση.
  9. Ενεργοποίηση των κενών κατοικιών με όρους προσιτής μακροχρόνιας μίσθωσης και φορολογικά κίνητρα. Οι επιδοτήσεις ανακαίνισης μπορούν να επεκταθούν και, κυρίως, να δένουν με δεσμεύσεις προσιτής μίσθωσης μετά την ανακαίνιση, όπως ανώτατο όριο ενοικίου και ελάχιστη διάρκεια μισθώσεων. Συμπληρωματικά, να προβλεφθεί η δυνατότητα φοροελαφρύνσεων σε ιδιοκτήτες ή κατασκευαστές που προσφέρουν κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο, ενώ η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του εισοδήματος από ενοίκια εκτιμάται ότι μπορεί να μειώσει τις ανεπίσημες μισθώσεις και να δημιουργήσει πρόσθετους πόρους για κοινωνική στεγαστική πολιτική.
  10. Μείωση στρεβλώσεων από τη βραχυχρόνια μίσθωση και από επενδυτικά προγράμματα, μαζί με στοχευμένες παρεμβάσεις σε ειδικές ανάγκες. Για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις προτείνεται ένα πλαίσιο που θα καταγράφει και θα ρυθμίζει τα έσοδα και θα διαφοροποιείται ανάλογα με την τοπική αγορά, αξιοποιώντας εργαλεία όπως ανώτατες ημέρες, τέλη και, ειδικά σε κορεσμένες περιοχές, ποσοστώσεις και γεωγραφικούς περιορισμούς. Αντίστοιχα, για τη Χρυσή Βίζα να εξεταστεί η κατεύθυνση της χορήγησης προς την παραγωγή νέας κατοικίας ή την ανακατασκευή μη κατοικήσιμων ακινήτων, ακόμη και η πλήρης εξαίρεση των οικιστικών κατοικιών από τις επιλέξιμες επενδύσεις, ώστε τα κεφάλαια να κατευθύνονται σε άλλους παραγωγικούς τομείς ή σε σχήματα κοινωνικής στέγασης. Στο ίδιο «πακέτο» εντάσσεται και η ανάγκη ενίσχυσης της φοιτητικής και νεανικής στέγασης, με υποδομές και επιδοτήσεις, καθώς και πολιτικές αποκέντρωσης που συνδέονται με τηλεργασία, τοπικές επενδύσεις σε υγεία/εκπαίδευση και κίνητρα για επιχειρήσεις που μεταφέρουν λειτουργίες εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.


naftemporiki.gr